27

Στον προϋπολογισμό του 2002 αποτυπώνονται τα θετικά αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης, τόνισε τη Δευτέρα στην Ολομέλεια της Βουλής ο γενικός εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Θεόδωρος Κολιοπάνος, ανοίγοντας τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό.


Το σφοδρό κύμα κακοκαιρίας που πλήττει τη χώρα προκάλεσε αρκετές απουσίες από την συζήτηση, με κορυφαία εκείνη του εισηγητή του ΚΚΕ Αγγελου Τζέκη, ο οποίος βρίσκεται αποκλεισμένος στην ιδιαίτερή του πατρίδα, όχι όμως και των πολιτικών αρχηγών που ήταν παρόντες.


Ο κ. Κολιοπάνος υποστήριξε ότι τα αποτελέσματα της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής αντανακλώνται στην κοινωνική πολιτική (ενίσχυση των ασφαλιστικών ταμείων, αύξηση των προϋπολογισμών των υπουργείων Παιδείας και Υγείας, δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών), στην υλοποίηση με καλύτερες προϋποθέσεις των Ολυμπιακών έργων και στην εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την υλοποίηση προγραμμάτων αναπτυξιακού και επενδυτικού χαρακτήρα.


Ο κ. Κολιοπάνος σκιαγράφησε επίσης το δυσμενές διεθνές οικονομικό κλίμα, συνεπεία και των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ, για να τονίσει στη συνέχεια, ότι η ελληνική οικονομία θα επηρεαστεί πολύ λιγότερο από άλλες, διατηρώντας υψηλό ρυθμό ανάπτυξης (3,8% έναντι 4,1% το 2000), παραμένοντας στο διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.



Παράλληλα, προσέθεσε ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, με την κυκλοφορία του ευρώ προσφέρονται και ουσιαστικά πλεονεκτήματα, όπως η σταθερότητα στις τιμές, η ελαχιστοποίηση του συναλλαγματικού κινδύνου, η μείωση του κόστους χρηματοδότησης των οικονομικών δραστηριοτήτων και η διευκόλυνση της απελευθέρωσης των αγορών.


Ο κ. Κολιοπάνος έδωσε έμφαση ακόμη στην προβλεπόμενη αύξηση των εσόδων από την άμεση φορολογία (7,2%) και την έμμεση (5,3%), με την περαιτέρω μείωση της διαφοράς ανάμεσα στους άμεσους και στους έμμεσους φόρους, στις νέες φοροελαφρύνσεις (αύξηση του αφορολογήτου ορίου κατά 20%, μείωση του συντελεστή φορολόγησης των ανωνύμων εταιρειών και των ΕΠΕ μέχρι και 2,5% σε περίπτωση που προβούν σε ανάλογες προσλήψεις, φορολόγηση των repos, κατάργηση τελών χαρτοσήμου κ.λπ.).


Δυναμική εμφάνιση πραγματοποίησε ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, Γιάννης Παπαθανασίου, ο οποίος, δεν περιορίστηκε στην κριτική του προϋπολογισμού, αλλά προχώρησε σε γενικότερες δυσμενείς κρίσεις για τις κυβερνητικές επιλογές. Ο κ. Παπαθανασίου, κατηγόρησε την κυβέρνηση για χρήση «δημιουργικής λογιστικής» και για σύνταξη προϋπολογισμού που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα της ελληνικής οικονομίας, αναφερόμενος μάλιστα στις αρνητικές επιδόσεις της χώρας μας στον τομέα της διαφάνειας και της πάταξης της διαφθοράς και της παραοικονομίας.


Αντίθετα με τον κ. Κολιοπάνο, ο κ. Παπαθανασίου προτίμησε να αναφερθεί στις κοινωνικές δαπάνες, όχι σε απόλυτα νούμερα, αλλά σε ποσοστά επί του ΑΕΠ, διαπιστώνοντας στασιμότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις, (π.χ. επιδόματα πολυτέκνων) οπισθοδρόμηση, όπως επίσης και στην αύξηση του δημοσίου χρέους.



Απέναντι στο επιχείρημα της πλειοψηφίας, για την έλλειψη πόρων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την κοινωνική πολιτική και τις προσπάθειες για μείωση του δημοσίου χρέους, ο γενικός εισηγητής της ΝΔ, παρέθεσε σειρά παραδειγμάτων «κρατικής σπατάλης και κακοδιαχείρισης», επέκρινε την κυβέρνηση για στασιμότητα στην προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών και σημείωσε χειροκροτούμενος από τους βουλευτές της παράταξής του: «Τι έχει να προτείνει η κυβέρνηση Σημίτη – Λαλιώτη για όλα αυτά τα μεγάλα θέματα; Τον κ. Γρυλάκη; Τον κ. Μαυρίκη; Την επιστροφή στο παρελθόν; Όσοι αναμοχλεύουν το παρελθόν, όσοι επιχειρούν να γυρίσουν την Ελλάδα πίσω στο παρελθόν, δεν έχουν, ούτε παρόν, ούτε μέλλον. Η κυβέρνηση Σημίτη – Λαλιώτη, θα έχει μοναδικούς συνομιλητές για το χθες και το παρελθόν, τον κ. Γρυλλάκη και τον κ. Μαυρίκη».


Αντικοινωνικά και αντιαναπτυξιακά χαρακτηριστικά διέκρινε στον προϋπολογισμό του 2002 ο γενικός εισηγητής του Συνασπισμού, Παναγιώτης Λαφαζάνης, θεωρώντας, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης, ότι θα υπάρξει αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης για τις ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις, από 2% έως και 7%. Αντίθετα, για τα μεγάλα εισοδήματα και τα κέρδη των επιχειρήσεων, υπάρχουν «μεγάλες, γενναίες φοροελαφρύνσεις – μπουναμά» προσέθεσε.



Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ο κ. Λαφαζάνης, οι δαπάνες για την υγεία και την παιδεία, σε ποσοστά επί του ΑΕΠ μειώνονται σε σχέση με το 2001 και το 2000. «Πώς είναι δυνατόν να καλυφθούν από τα περιορισμένα αυτά ποσά, οι ανάγκες για Υγεία και Παιδεία. Αυτός είναι ο λόγος της αποδυνάμωσης, χρόνο με το χρόνο, του δημόσιου σχολείου και νοσοκομείου. Πρόκειται για την πιο βάναυση ιδιωτικοποίηση» τόνισε.


Επίσης, ο κ. Λαφαζάνης, επέκρινε την πολιτική στον τομέα των αμυντικών δαπανών, που «συχνά εξυπηρετούν αποκλειστικά ατλαντικά συμφέροντα», όπως επίσης και τις δαπάνες για τα Ολυμπιακά έργα, που απορροφούν, όπως τόνισε, το μέγιστο των πόρων του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με συνέπεια την μείωση έως και κατάρρευση όλων των υπολοίπων αναπτυξιακών δαπανών.


Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο βουλευτής του ΣΥΝ στο φαινόμενο της «νέας φτώχειας», με το 20% και πλέον του ελληνικού πληθυσμού να ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία: «Αρκείστε σε φιλανθρωπικές ενέσεις που επιμηκύνουν την κατάσταση. Προσπαθείτε να αντιμετωπίσετε το φαινόμενο με δεκαχίλιαρα και εικοσαχίλιαρα» σχολίασε χαρακτηριστικά.


Τέλος, ο ειδικός εισηγητής του ΚΚΕ Νικόλαος Γκατζής, έκανε λόγο για «αντιλαϊκό προϋπολογισμό βαθιάς ταξικής πολιτικής» και προσέθεσε ότι «κινείται αυστηρά στα πλαίσια ταχύρυθμης προώθησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε όφελος της πλουτοκρατίας και εις βάρος ό,τι θετικού έχει απομείνει ακόμη από τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης και των εργαζομένων».


Ο κ. Γκατζής, χαρακτήρισε «άδικο και ταξικό» το φορολογικό σύστημα, λέγοντας ότι κατά 85% οι άμεσοι φόροι εισπράττονται από μισθωτούς, συνταξιούχους και μικρομεσαίους της πόλης και της υπαίθρου.


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ