28

Φρένο σε μεγαλύτερη «ευελιξία» στην αγορά εργασίας έβαλε σήμερα ο Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ, δεχόμενος ότι κάτι τέτοιο θα άφηνε απροστάτευτους τους εργαζόμενους σε μία περίοδο μαζικών απολύσεων, όπως εκείνες που ανακοινώθηκαν από εταιρείες όπως η Siemens, η Bayer και η Basf, η Dresdner Bank και η Deutsche Bank.


«Η ευελιξία είναι μια ωραία λέξη, αλλά τι σημαίνει; Λιγότερη προστασία των εργαζομένων απέναντι στις απολύσεις. Αν επιδιώξουμε να γίνει αυτό σε μια χρονική στιγμή που οι μεγάλες εταιρείες κάνουν ευρείας κλίμακας απολύσεις, είναι σαν να θέλουμε να καταδιώξουμε τους εργαζόμενους», δέχτηκε από το βήμα της Κοινοβουλίου, στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό.


«Προσπαθήσαμε να φέρουμε μια ισορροπία μεταξύ των αναγκών των εργοδοτών και των αναγκών των εργαζομένων», είπε ο Σρέντερ, αρνούμενος την πρόταση της συντηρητικής αντιπολίτευσης για νέα μέτρα «ευελιξίας», όπως η θεσμοθέτηση των βραχυπρόθεσμων συμβάσεων. Πρόσθεσε επίσης: «Αυτό θα σήμαινε ανασφάλεια των εργαζομένων κάθε εξάμηνο, ενώ έχουν δικαίωμα να κάνουν πιο μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς».


Οι συντηρητικές φωνές, αναλύοντας την ανεργία που αυτήν τη στιγμή πλησιάζει στη Γερμανία (τέσσερα εκατομμύρια Γερμανοί παραμένουν εκτός παραγωγικής διαδικασίας), ενοχοποιούν την ακαμψία στην αγορά εργασίας και αναφέρονται στα «δυσβάστακτα βάρη» της κοινωνικής ασφάλισης που αποθαρρύνουν τους εργοδότες να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας.


Το ΔΝΤ αυτόν το μήνα αποφάνθηκε ότι η Γερμανία χρειάζεται μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις στους μισθούς, ανάλογα με τις ειδικότητες και με τις περιοχές, κίνητρα για τους ανέργους και μεταρρύθμιση του συστήματος επιδοτήσεων. Τα εργατικά συνδικάτα έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια παραχωρήσεις για χαμηλότερες αμοιβές και τετραήμερη εβδομάδα εργασίας, προκειμένου να διασώσουν θέσεις εργασίας.


Από την άλλη πλευρά, ο Σρέντερ μένει πιστός στις δημοσιονομικές επιταγές του Μάαστριχτ και αρνείται να εφαρμόσει ένα πρόσθετο πρόγραμμα για την τόνωση της γερμανικής οικονομίας, παρά το αυξημένο κόστος για την αντιμετώπιση της ανεργίας και τα μειωμένα φορολογικά έσοδα, εξαιτίας της επιβράδυνσης του ρυθμού ανάπτυξης.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ/Reuters