Ελάχιστοι από τους σύγχρονους του Verdi πίστευαν ότι ο μεγάλος συνθέτης, σε ηλικία μεγαλύτερη των εβδομήντα χρόνων, θα έγραφε και άλλη όπερα μετά τον «Οθέλο»· πόσο μάλλον ότι αυτή θα ήταν μια κωμική όπερα, έπειτα από είκοσι τέσσερις επιτυχημένες μουσικές τραγωδίες. Και όμως, ο «Φάλσταφ» κατέκτησε, από την πρεμιέρα του (το Φεβρουάριο του 1893), μια λαμπρή θέση στο οπερατικό στερέωμα.
Τόσο σε τεχνικό-ενορχηστρωτικό όσο και σε συνθετικό επίπεδο ο «Φάλσταφ» αντικατοπτρίζει την τέχνη του Verdi στο απόγειό της. Η γραφή της παρτιτούρας έχει την ποιότητα μουσικής δωματίου, η οποία όμως έχει γραφεί για μεγάλη ορχήστρα και σολίστες. Στο σύνολο του έργου με δυσκολία ξεχωρίζουν άριες ή μεμονωμένα «νούμερα», αντίθετα παρατίθεται ένα πλήθος μοτίβων και θεμάτων, κάνοντας τη μουσική να ρέει, ενώ -εκτός από τον ομώνυμο- δεν υπάρχουν μεγάλοι ρόλοι. Με λίγα λόγια, πρόκειται για το πιο πειραματικό και ανανεωτικό έργο του μεγάλου συνθέτη.
Η ηχογράφηση της πρόσφατης κυκλοφορίας έγινε το 1998, έπειτα από μια σειρά ζωντανών παρουσιάσεων του έργου με τους ίδιους συντελεστές. Ο Gardiner στην προσέγγισή του δίνει μεγάλη προσοχή σε λεπτομέρειες της παρτιτούρας, αναδεικνύοντας χρώματα που σπάνια ακούγονται, αφήνει ωστόσο την ορχήστρα υπερβολικά σκληρή σε αρκετά σημεία, γεγονός που στη ροή του έργου γίνεται κουραστικό. Οι ερμηνείες των τραγουδιστών είναι σε γενικές γραμμές καλές, δίνοντας ένα συνολικά ισορροπημένο αποτέλεσμα, από το οποίο όμως λείπει η πνοή που χαρακτηρίζει άλλες αναγνώσεις που ήδη κυκλοφορούν.
Πρόκειται σαφώς για μια αξιόλογη πρόταση, η οποία όμως δύσκολα θα μπορέσει να αντέξει στον πολύ σκληρό ανταγωνισμό με τις παλαιότερες και εξαιρετικές εκτελέσεις.