Και μόνο με το άκουσμα της λέξης «τάνγκο», ο νους όλων μας πηγαίνει σε ζευγάρια χορευτών που λικνίζονται με τους ήχους του μπαντονεόν: ένα ιδιαίτερα εκφραστικό μουσικό ιδίωμα, που πηγάζει από την πολύχρωμη και πολυπληθυσμιακή Αργεντινή των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα και κουβαλά μέσα του τις μελωδίες των Ευρωπαίων αποίκων και τους ρυθμούς των μαύρων (πρώην) σκλάβων. Το τάνγκο έφερε τη σφραγίδα των πιο «λούμπεν» στοιχείων των μεγαλουπόλεων, όπως το Μπουένος Αϊρες. Γνώρισε άνθηση στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η Αργεντινή δεχόταν ένα έντονο μεταναστευτικό κύμα. Σε πολλά σημεία παρουσιάζει ομοιότητες με το ρεμπέτικο, ως προς τα κοινωνικά του συμφραζόμενα, δείχνοντας με τον καλύτερο τρόπο ότι, κάτω από παρόμοιες κοινωνικές συνθήκες, δημιουργούνται μουσικές με παρόμοια κοινωνική λειτουργία. Στα χρόνια του ’60 όλα έδειχναν ότι η παράδοση του τάνγκο είχε σβήσει κάτω από το βάρος των πολιτικών εξελίξεων αλλά και της νέας -παγκόσμιας- μουσικής. Τότε ήταν που συστάθηκε το Sexteto Mayor από έξι Αργεντινούς δεξιοτέχνες του τάνγκο (δύο βιολιά, δύο μπαντονεόν, πιάνο, κοντραμπάσο), αρχικά για τις ανάγκες ενός φεστιβάλ. Όλα τα άλλα είναι ιστορία.
Η επιτυχία του Sexteto Mayor δεν οφείλεται μόνο στη δεξιοτεχνία των μελών του και στη φαντασία των ενορχηστρώσεων αλλά, πάνω από όλα, στη γενικότερη μουσική τους στάση. Παρακάμπτοντας τις σειρήνες του (κακώς εννοούμενου) εκμοντερνισμού, παρέμειναν πιστοί στο ύφος και το ήθος της παράδοσης με την οποία γαλουχήθηκαν, που δείγματά της σώζονται στις παλαιές ηχογραφήσεις των δεκαετιών του ’20 και του ’30. Το ιδιαίτερο αυτό ήθος μπορεί κανείς να το ψυχανεμιστεί ακούγοντας τις ηχογραφήσεις αυτού του δίσκου-αφιερώματος στο Sexteto Mayor. Ρυθμοί που κινούν την ψυχή και το σώμα και μελωδίες μεθυστικές και συνάμα αινιγματικές, οι οποίες μέσα από το παίξιμο του μπαντονεόν και του βιολιού μεταφέρουν τον ερωτισμό και το πάθος του αργεντίνικου τάγκο. Μια ιδιαίτερα γοητευτική πρόταση γι’ αυτούς που επιμένουν να ακούν με την καρδιά τους!