Η «Μουσική του Τραπεζιού» (Musique De Table) αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά και ολοκληρωμένα έργα του Telemann, στο οποίο βρίσκει κανείς συγκεντρωμένες μερικές από τις καλύτερες συνθέσεις του. Η πρώτη έκδοση έγινε στο Αμβούργο το 1733. Την περίοδο εκείνη ο πενηνταδυάχρονος Telemann ήταν μια μουσική προσωπικότητα με διεθνή αποδοχή και ακτινοβολία. Συνθέτης, επικεφαλής εκκλησιαστικών χορωδιών, διευθυντής όπερας, δάσκαλος μουσικής και εκδότης όχι μόνο των δικών του αλλά και έργων άλλων συνθετών, ήταν ένας από τους πιο πολύπλευρους και παραγωγικούς μουσικούς της εποχής του. Το έργο είναι μοιρασμένο σε τρία μέρη ή «Παραγωγές» (Productions), όπως τα αποκαλούσε ο συνθέτης, καθεμία από τις οποίες είναι σχεδιασμένη προσεκτικά ώστε να απεικονίζει επακριβώς τις κύριες ορχηστρικές και οργανικές φόρμες που χαρακτηρίζουν το ύστερο μπαρόκ: γαλλική εισαγωγή και σουίτα, κουαρτέτο, κοντσέρτο, τρίο σονάτα και μία μικρή ορχηστρική κατάληξη (Conclusion). Η πρώτη παρουσίασή της έγινε μπροστά σε ένα κοινό που αποτελούσαν εξέχουσες προσωπικότητες της μουσικής και κοινωνικής ζωής όχι μόνο της περιοχής αλλά και άλλων χωρών (ανάμεσά τους ο Handel, ο Blavet, ο Quanz και άλλοι).
Οι εκτελέσεις του Nikolaus Harnoncourt και των «Concentus Musicus» χαρακτηρίζονται από ζωντάνια και αυθορμητισμό, ενώ αρκετές φορές -όπου απαιτείται- διακρίνει κανείς περισσή ένταση ή λεπτότητα. Η απόδοση της βασικής μουσικής ιδέας κυριαρχεί, προσδίδοντας μοναδική συνοχή στη διάρκεια κάθε έργου. Τα μέρη των χορών στις σουίτες αποδίδονται θαυμάσια και με αριστοκρατικό τρόπο, η άρθρωση είναι ξεκάθαρη και οι εντάσεις που δημιουργούνται συναρπάζουν. Γενικά, πρόκειται για μία από τις καλύτερες εκτελέσεις του έργου που κυκλοφορούν.