Δεν χωρά αμφιβολία ότι η φωνή του τενόρου είναι αυτή που αγγίζει περισσότερο από κάθε άλλη τον ακροατή. Η γοητεία που εξασκεί το ηχόχρωμά της, η αίσθηση του υπερφυσικού που περιβάλλει την υψηλή περιοχή της, αλλά και οι ιδιαίτερες εκφραστικές δυνατότητές της, της έδωσαν από πολύ νωρίς πρωταρχικό ρόλο στα μουσικά έργα. Ειδικά στην περίοδο του ρομαντισμού οι τενόροι είναι αυτοί που επιλέχθηκαν από τους συνθέτες, για να ενσαρκώσουν το ιδεώδες του αγνού-ανιδιοτελούς ήρωα στην πλειονότητα των έργων όπερας. Ως αποτέλεσμα ήταν από τους πρώτους «σούπερ σταρ» της μουσικής σκηνής, αποκτώντας μεγάλη αίγλη και δόξα.
Στις μέρες μας, με την τέχνη να έχει εμπορευματοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, ήταν αναμενόμενο να δούμε το ρεπερτόριο του τενόρου να γίνεται πρώτης τάξεως εμπορικό προϊόν. Συναυλίες τενόρων πλαισιώνουν κάθε σημαντική και μεγάλης ακροαματικότητας ή τηλεθέασης εκδήλωση, με πρώτους και καλύτερους τους γνωστούς «Τρεις», ενώ εκδόσεις σε κάθε τύπο οπτικοακουστικού μέσου με συλλογές από άριες, τραγούδια και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς δημιουργούν μια κατάσταση στην οποία η μουσική έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Στο πλαίσιο αυτό, και με δεδομένο ότι η μεγάλη πλειονότητα του εν λόγω ρεπερτορίου προσεγγίζεται από Ιταλούς ή έστω διαπρέποντες στο ιταλικό ρεπερτόριο τραγουδιστές, έρχεται να προστεθεί άλλη μία κυκλοφορία. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι εδώ το προϊόν έχει ιρλανδική καταγωγή: «Great Irish Tenors» λοιπόν και μπορεί να ακούσει κανείς τέσσερις τενόρους της Ιρλανδίας, από τον μεγάλο John McCormack σε ηχογραφήσεις του 1930 μέχρι τον σχετικά «λίγο» Frank Patterson ηχογραφημένο το 1998. Μαζί τους οι Denis Day (1945) και Robert White (1979) σε μια συλλογή από παραδοσιακά ιρλανδέζικα τραγούδια, δίνουν ένα ευχάριστο, αν και κάπως μονότονο στο σύνολό του, CD.