Πρόκειται για το δεύτερο CD των δραστήριων μοναχών από το Τρίκορφο Φωκίδας, που έχουν προσελκύσει τους προβολείς της δημοσιότητας, τόσο για τη δυναμική παρουσία τους στο χώρο του τραγουδιού όσο και για όλες τις άλλες δραστηριότητές τους: από ποδόσφαιρο και καγιάκ έως και μακρόπνοα σχέδια για ίδρυση αλυσίδας «Internet Cafe» και «Internet πίτσα», όπου «οι νέοι θα έρχονται σε επαφή με το λόγο του θεού» με τους καλόγερους που θα βρίσκονται και θα συνομιλούν μαζί τους. Δεν θα ασχοληθούμε με τη θεολογική διάσταση του θέματος, αφού, ως μη ειδικοί, μάλλον σύγχυση θα προξενήσουμε. Άλλωστε πρόλαβαν άλλοι, από τα τηλεοπτικά παράθυρα, και έτσι η υπόθεση θεωρείται καλυμμένη από κάθε άποψη. Εμείς θα σταθούμε στο μουσικό περιεχόμενο του δίσκου, στο επίπεδο πλέον της κριτικής.
Ανοίγοντας το δίσκο το πρώτο που βλέπει κάποιος, δίπλα στην αφιέρωση «στη νεολαία του τόπου μας» είναι το σύνθημα: «Σας πάμε και σας αγαπάμε». Η φράση αυτή συμπληρώνει, στο δεύτερο μισό της, τη γνωστή ατάκα του αρχιεπισκόπου. Διαβάζοντας τους στίχους, δεν μπορεί παρά να προβληματιστεί κανείς για το περιεχόμενό τους. Ούτε λίγο ούτε πολύ όλος ο κόσμος παρουσιάζεται ως ένα ζοφερό «ναρκοπέδιο», με τις δυνάμεις του πονηρού να καραδοκούν εναντίον της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Αποθέωση είναι το δεύτερο κομμάτι, το «Τσιπάκι», που υπάρχει και σε μορφή βιντεοκλίπ για υπολογιστή, στο ίδιο CD. Ένα μανιφέστο κατά της ψηφιακής τεχνολογίας, όπου καταδικάζονται συλλήβδην από δορυφορικά δίκτυα έως… κάρτες ανάληψης μετρητών. Τα πάντα κινούνται από δύο κουστουμαρισμένους κυρίους με σκούρα γυαλιά που, μέσα από το πολυτελές τους αυτοκίνητο, κινούν τον κόσμο με τα τσιπάκια που βρίσκονται κάτω από το δέρμα τους. Σύμφωνα με τους στίχους, το «τσιπάκι» παρέχει τα πάντα, «αρκεί να ζεις χωρίς θεό» και «έχει έναν κωδικό, τα τρία τα εξάρια». Μόνη διέξοδος σε όλο αυτό το τρομακτικό κλίμα είναι -τι άλλο;- ο δρόμος του θεού.
Όσον αφορά στη μουσική τα κομμάτια δεν έχουν να επιδείξουν κάτι ουσιαστικό. Παραμένουν καθηλωμένα σε απλές διαδοχές συγχορδιών και, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του ενορχηστρωτή, δεν κατορθώνουν να δώσουν κάτι καινούριο, κάτι ενδιαφέρον, έστω μια κάπως ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη μελωδική γραμμή. Πρόκειται ουσιαστικά για μια κακή αντιγραφή της αμερικανικής ροκ, με «ηθικοπλαστικό» περιεχόμενο πάντως.
Αν οι θεολόγοι έχουν ολοκληρώσει τη συζήτησή τους για τις δραστηριότητες των «παραροκάδων», είναι καιρός να αρχίσουν άλλου είδους συζητήσεις οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι και όσοι ασχολούνται με την ψυχολογία του πλήθους. Πρόκειται σίγουρα για ένα κοινωνικό φαινόμενο που θα πρέπει και αξίζει να μελετηθεί. Πού βρήκαν έδαφος τα τραγούδια αυτά για να διαδοθούν; Γιατί τα ακούν όσοι τα ακούν; Η απάντηση δεν είναι απλή και ασφαλώς δεν είναι του τύπου: «Η αγωνία και η αβεβαιότητα των νέων…». Θα πρέπει ενδεχομένως στη συζήτηση αυτή να εξεταστεί και ο τρόπος λειτουργίας του star system. Γιατί οι παπαροκάδες, χωρίς να το θέλουν, ίσως έπαιξαν με τους όρους του και αναδείχθηκαν μέσα από αυτό. Η προσοχή του κόσμου ήταν εξασφαλισμένη, διότι το θέαμα-ακρόαμα ήταν ασυνήθιστο: «Α, ένας παπάς λέει ωραία τραγουδάκια, κάνει καγιάκ και θέλει να κάνει και Internet Cafe». Από αυτή την άποψη βρίσκονταν σε πολύ πλεονεκτικότερη θέση από άλλους «συνάδελφούς» τους, που για να τραβήξουν την προσοχή του κοινού «υποφέρουν», με υποβρύχιες λήψεις, ή -ακόμη- παίρνουν φωτιά κατά τη διάρκεια της σκηνικής παρουσίασης του σουξέ τους.
Τι άλλο να πούμε εμείς στο πλαίσιο μιας δισκογραφικής παρουσίασης; Σίγουρα δεν αμφισβητούμε τις καλές προθέσεις κανενός. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρούμε ότι τέτοιου είδους δραστηριότητες δεν «συνάδουν» με το νόημα του μοναχισμού και χαιρετίζουμε τη διάθεσή τους να προσεγγίσουν τους νέους. Άλλωστε, τα μέσα αυτά είναι δοκιμασμένα εδώ και δεκαετίες στην Αμερική και αλλού, με ανάλογα αποτελέσματα. Αφού όμως ζητήσουμε την ευλογία τους, θα προτείνουμε στους μοναχούς περισσότερη φαντασία και ελευθερία σκέψης. Ο δίσκος αυτός μας άφησε την εντύπωση ότι αναπαρήγαγε αρτηριοσκληρωτικές θέσεις και κοσμοθεωρίες, σε νέα συσκευασία. Και κάτι άλλο: την ψυχή σου δεν τη χάνεις μόνο από τα «τσιπάκια», αλλά και από την -κατά το δοκούν- χρήση παρωπίδων.