27

Επίθεση από επιχειρηματικά συμφέροντα «που διαγκωνίζονται να κερδίσουν δουλειές με τους παλιούς, γνωστούς τρόπους» και από συντεχνιακά συμφέροντα «που είχαν βολευτεί σε διάφορες καταστάσεις» δέχεται η κυβέρνηση, δηλώνει σε συνέντευξή του στο Έθνος της Κυριακής ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Γιάννος Παπαντωνίου. Τονίζει μάλιστα ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να αντισταθεί με οποιοδήποτε κόστος ενάντια σε όσους δεν εννοούν να αποδεχτούν τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς.

Σχολιάζοντας τις επικρίσεις περί «νεοφιλελεύθερης πρακτικής της κυβέρνησης», ο Γ.Παπαντωνίου υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση αλλά και ο ίδιος δεν έχουν λόγο να απολογηθούν σε κανέναν για το κοινωνικό της πρόσωπο. Υποστηρίζει μάλιστα: «Ο προϋπολογισμός του 2001 που κατατέθηκε πρόσφατα, με την ένθερμη στήριξη όλων των μελών της κυβέρνησης, είναι ο κοινωνικότερος των τελευταίων δεκαετιών, αποδεικνύοντας την ενθουσιώδη υποδοχή που έχει τύχει η οικονομική πολιτική από όλα τα μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής και του υπουργικού συμβουλίου.»


Απορρίπτοντας τις αιτιάσεις για την έλλειψη στόχου μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας σημειώνει ότι η κυβέρνηση έχει ανοίξει σημαντικά «μέτωπα», μεταξύ των οποίων είναι η απελευθέρωση των αγορών, η ολοκλήρωση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και οι μεταρρυθμίσεις στην υγεία, τη δημόσια διοίκηση, το ασφαλιστικό και τις εργασιακές σχέσεις. Έρχεται, έτσι, σε αντιπαράθεση με ισχυρά συμφέροντα, τα οποία «ενοχλούνται, διότι αυτή η κυβέρνηση τηρεί διάφανες διαδικασίες και εφαρμόζει τους νόμους με μεγάλη ευλάβεια και αυστηρότητα».


Τέλος, ο Γιάννος Παπαντωνίου εκφράζει την έκπληξή του για τα πρόσφατα δημοσιεύματα που έφεραν το ΥΠΕΘΟ σε διάσταση απόψεων με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) για τον πληθωρισμό και τονίζει ότι έχει απόλυτα κοινές εκτιμήσεις σε αυτό το θέμα με το διοικητή της ΤτΕ, Λουκά Παπαδήμο. Ο στόχος της κυβέρνησης για τη διαμόρφωση του μέσου πληθωρισμού στο 2,3% το 2001 είναι εφικτός, συμπληρώνει, εφόσον επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες των διεθνών οργανισμών για τη μείωση της τιμής του πετρελαίου στα 26 με 27 δολάρια και την ανάκαμψη του ευρώ.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ