Τέσσερα χρόνια χωρίζουν τον πρώτο δίσκο του συγκροτήματος από την εν λογω -δεύτερη- δουλειά τους και είναι σαν να μην πέρασε ούτε μέρα. Ίσως φταίει το γεγονός ότι αρκετά από τα τραγούδια έχουν ακουστεί και «τεσταριστεί» στις κατά καιρούς ζωντανές εμφανίσεις του σχήματος. Ίσως ακόμα και το ότι οι Θηβαίος, Βασιλάτος, Λώλης είχαν «πολύ πράγμα» στις αποσκευές τους. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πάντως, το «Είμαι Αυτό που Κυνηγάω» μοιάζει με σιαμαίο αδελφάκι του «Μέρες Αδέσποτες», σαν ένα διπλό CD που κόπηκε στα δύο, παρ’ όλο που ο συγκεκριμένος κλώνος περιέχει λιγότερα τζαζ στοιχεία και ακόμα λιγότερες ιδέες. Χωρίς περιστροφές: δεν βρήκα κομμάτι να με συναρπάσει αντίστοιχο με το «Κορώνα-Γράμματα» ούτε την ελευθερία και την τρέλα που έφερνε μαζί του το «Τιτίχα». Βρήκα δεκατρείς όμορφες μπαλάντες της παρέας, αρωματισμένες από τανγκό και ναπολιτάνικη καντσονέτα, με όχημα τις ιστορίες του Χρήστου Θηβαίου (πολύ λόγιες για να τις αποκαλέσεις στίχο και λιγότερο καλπάζουσες για να τις θεωρήσει κανείς ποίηση), ερμηνευμένες θεατρικά από τον ίδιο, σεμνές και «νοικοκυρεμένες». Το 1996 οι «Συνήθεις Ύποπτοι» έφεραν άλλον αέρα στα μουσικά μας πράγματα και, με δεδομένη την ποιότητα που ο καθένας τους κουβαλά μέσα του, δικαιούνται μιας επανάληψης. Ωστόσο, το ντέρμπι θα κριθεί σε έναν επόμενο δίσκο. Τότε θα φανεί εάν «αυτό που κυνηγάνε» δεν περιορίζεται σε μια εμμονή ως προς τη φόρμα που τους καταξίωσε στη συνείδηση ενός ευρέως φάσματος ακροατηρίου.