Ένα από τα πιο δύσκολα και ταυτόχρονα πιο εκφραστικά όργανα της οθωμανικής κλασικής μουσικής έχει την τιμητική του σε αυτόν το δίσκο της γνωστής σειράς του Εθνογραφικού Μουσείου της Γενεύης. Ο λόγος για το ταμπούρ, ένα έγχορδο με ημισφαιρικό ηχείο και μακρύ μπράτσο, που από πολύ νωρίς χρησιμοποιήθηκε ως όργανο αναφοράς και ως μέσο για τη διδασκαλία του θεωρητικού συστήματος των «μακαμιών» (μουσικοί δρόμοι της αραβοπερσικής και της οθωμανικής κλασικής μουσικής).
Στο δίσκο αυτό δύο διακεκριμένοι Τούρκοι μουσικοί, ο Abdi Coskun και ο Fahreddin Cimenli, μας ξεναγούν σε κάποιους από τους κλασικούς αυτούς «δρόμους». Ήχοι γοητευτικοί, που μας μεταφέρουν τη μαγεία του αυτοσχεδιασμού και τον πλούτο της προφορικής παράδοσης, η οποία πηγάζει από την κοινή κληρονομιά των λαών που αποτελούσαν κάποτε το πολυεθνικό ψηφιδωτό της Κωνσταντινούπολης. Εβραίοι, Ρωμιοί, Αρμένηδες, Τσιγγάνοι ήταν από τους πιο επιφανείς «ταμπουρί» (δεξιοτέχνες του ταμπούρ) της Πόλης. Ανάμεσα σε αυτούς και αρκετοί πρωτοψάλτες των μεταβυζαντινών χρόνων, με πιο γνωστή ίσως την περίπτωση του Πέτρου του Πελοποννησίου.
Η αρκετά μεγάλη διάρκεια κάθε κομματιού (έξι μόνο κομμάτια σε ολόκληρο το δίσκο) επιτρέπει μια σε βάθος ανάπτυξη κάθε μακάμ, γεγονός που ξεφεύγει από τη λογική του περιορισμένου χρόνου που ήταν διαθέσιμος παλαιότερα στους δίσκους.
Καθένας από τους δύο δεξιοτέχνες παίζει και έναν από τους δύο διαφορετικούς τύπους του οργάνου αυτού: με πένα και με δοξάρι. Το παίξιμο του οργάνου αυτού με δοξάρι είναι μια πρακτική που υιοθετήθηκε σχετικά πρόσφατα. Και στις δύο περιπτώσεις ο ήχος είναι γοητευτικός. Έχει αυτήν τη χαρακτηριστική για το όργανο μουντάδα, είναι γεμάτος αρμονικούς, ενώ στην περίπτωση του «γιαλί ταμούρ» (ταμπούρ με δοξάρι), θυμίζει έντονα τον ήχο του τσέλου.
Ένας πεπειραμένος ακροατής μπορεί, ακούγοντας το δίσκο, να χαρεί όλη αυτήν την επιδέξια χρήση του μελωδικού υλικού των μακάμ, τις μετατροπίες, το «βάδισμα στην κόψη του ξυραφιού» ανάμεσα στις τόσες χρόες, λεπτομέρειες που μόνο μουσικοί με μακρά παιδεία και μεγάλη φαντασία μπορούν να αποδώσουν με επιτυχία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο δίσκος απευθύνεται μόνο στο εξειδικευμένο ακροατήριο. Οι ήχοι αυτοί έχουν πολλά να πουν σε οποιονδήποτε έχει τη διάθεση να τους αφιερώσει χρόνο «προσωπικής και κατ’ ιδίαν» ακρόασης, ώστε να ανακαλύψει τη γοητεία τους. Όποιος έχει αφτιά λοιπόν, ας ακούσει!…