«Στη Σμύρνη ο κάθε άνθρωπος, η κάθε τοποθεσία, το κάθε επάγγελμα είχε το τραγούδι του. Τριακόσιες χιλιάδες τραγούδια λέγανε ό,τι ήξερε ένας άνθρωπος…. Κι αυτά που σου λέω κάθε φορά είναι δείγματα, σαν να βάζεις στο στόμα σου και να δοκιμάζεις μια ελιά…».
Ακούγοντας αυτόν το δίσκο δεν μπορέσαμε παρά να θυμηθούμε τα λόγια αυτά της κυρά Αγγέλας, συζύγου του Σμυρνιού συνθέτη Βαγγέλη Παπάζογλου. Είκοσι τραγούδια, από τον ανεξάντλητο πλούτο της σμυρνέικης σχολής, μας μεταφέρονται από έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας γενιάς που γαλουχήθηκε από τον (απο)ηχό τους… Τραγούδια που ξεριζώθηκαν μαζί με αυτούς που τα τραγουδούσαν και έμελλε να κυριαρχήσουν στο δισκογραφικό προσκήνιο -στην Αθήνα και την Αμερική πλέον- για πάνω από δεκαπέντε χρόνια.
Ο Μπινταγιάλας (γεννημένος το 1925) προέρχεται από μουσική οικογένεια, που εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη μετά την Καταστροφή. Ο ίδιος έπαιζε βιολί, σαντούρι, τρομπόνι και μπουζούκι. Ο μεγάλος του έρωτας πάντως παραμένει το σαντούρι. Σε αυτόν το δίσκο λοιπόν παίζει το αγαπημένο του όργανο και τραγουδά: βαριά ζεϊμπέκικα, καρσιλαμάδες, συρτά, αστικά σμυρνέικα… ρυθμοί και μελωδίες που διατρέχουν τη Μικρά Ασία και το ανατολικό Αιγαίο και βρίσκουν στο πρόσωπο του Μπινταγιάλα τον ερμηνευτή που θα τους ξαναδώσει την πραγματική τους διάσταση. Πολλά από αυτά είχαν πάρει το δρόμο της δισκογραφίας την περίοδο του Μεσοπολέμου, τις περισσότερες φορές στο όνομα κάποιου συνθέτη που τα οικειοποιήθηκε…
Στο ένθετο μικρό βιβλίο υπάρχει -πέρα από τους στίχους- ένα βιογραφικό σημείωμα του Νίκου Καλαϊτζή-Μπινταγιάλα, καθώς και αξιόλογες πληροφορίες για τα τραγούδια. Την επιμέλεια της έκδοσης είχαν ο Γ.Κωστάντος και το Αρχείο Ελληνικής Μουσικής. Ένας πολύ αξιόλογος δίσκος-αφιέρωμα στην τέχνη ενός από τους τελευταίους λαϊκούς μουσικούς της γενιάς που γνώρισε από πρώτο χέρι τις μουσικές της Μικρασίας: μελωδίες εύπλαστες και γοητευτικές, τραγούδια «με θεμέλια και ταράτσα», όπως έλεγε και ο Βαγγέλης Παπάζογλου. Μένει τώρα στον καθένα να τα ανακαλύψει και να τα χαρεί!…