55

Τουλάχιστον 230.000 άτομα υπέστησαν στείρωση στη Σουηδία από το 1935 έως το 1996, στο πλαίσιο της πολιτικής που είχε ως αφετηρία θεωρίες ευγονικής και υπαγορεύονταν από λόγους εθνικής και κοινωνικής υγιεινής, όπως αποκαλύπτει έκθεση που δόθηκε την Τρίτη στη δημοσιότητα από τη σουηδική κυβέρνηση, τα βασικά σημεία της οποίας δημοσιεύει την Τετάρτη η ισπανική εφημερίδα El Pais.

Επειτα από τέσσερα χρόνια έρευνας, ο επικεφαλής καθηγητής Κάρλ Γκούσταφ Ανδρέν παρέδωσε, την Τρίτη, στο υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων έκθεση με όλα τα στοιχεία που συγκέντρωσε μέσω των προσωπικών συνεντεύξεων και αναλύσεων που πραγματοποίησε η ομάδα του.


Από τα στοιχεία της έρευνας προκύπτει ότι κατά την περίοδο μεταξύ 1935 και 1975 πραγματοποιήθηκαν περίπου 63.000 στειρώσεις, στο πλαίσιο των νόμων που είχε εγκρίνει ομόφωνα το σουηδικό Κοινοβούλιο, που είχαν στόχο τη διατήρηση της καθαρότητας της φυλής.


Το 1976 ψηφίστηκε ένας νέος νόμος που όριζε ως αναγκαία την προηγούμενη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων. Στα χρόνια που ακολούθησαν έως το 1996, υπέστησαν στείρωση περίπου άλλοι 166.000 άνθρωποι.


Στην έκθεση σημειώνεται ότι σχεδόν το 50% των ατόμων αυτών είχαν προχωρήσει στην επέμβαση εκούσια, ενώ, αντιθέτως, ένα 10% υπό πίεση.


Κατά τη δεκαετία του 50, παρατηρήθηκε μία μεταστροφή, με αποτέλεσμα, ενώ αρχικά οι περισσότερες στειρώσεις γίνονταν υπό πίεση, τελικά οι περισσότερες κατέληξαν να γίνονται με τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου.


Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι γυναίκες, κυρίως ανύπαντρες μητέρες, με ψυχολογικά προβλήματα, αλκοολικές, που ζούσαν στο περιθώριο της ζωής, αποτέλεσαν τα κύρια θύματα του μέτρου από το οποίο δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι εθνικές μειονότητες.


Αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρώτα στοιχεία για τις καταναγκαστικές στειρώσεις είχε φέρει στην επιφάνεια με έρευνά του ο δημοσιογράφος Ματσιέχ Ζαρέμπα το 1997. Η αποκάλυψη είχε δημιουργήσει τέτοιο σάλο και προκάλεσε την παρέμβαση της τότε υπουργού Κοινωνικών Υποθέσεων, η οποία είχε αποκαλέσει το μέτρο πράξη βαρβάρων.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ