Αναβαθμίζοντας την αχαλίνωτη οργή και την πηγαία, ακατέργαστη δύναμη της βρετανικής punk σκηνής σε πολιτική θέση και αισθητική άποψη, οι Clash έμειναν στην ιστορία ως ένα από τα ελάχιστα αληθινά μεγάλα γκρουπ των ταραγμένων χρόνων από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η πρόσφατη επανακυκλοφορία των άλμπουμ τους σε CD, με βελτιωμένο ήχο έπειτα από νέα ηχητική επεξεργασία, μας δίνει την ευκαιρία να διανύσουμε ξανά με το νου μία από τις συναρπαστικότερες μουσικές διαδρομές στην ιστορία του rock και να θυμηθούμε τους σταθμούς της. Οι Clash σχηματίστηκαν στο Λονδίνο το 1976, στο μάτι του punk κυκλώνα, με μέλη τους Mick Jones (κιθάρες, φωνητικά), Paul Simonon (μπάσο), Tony Crimes (ντραμς -γρήγορα αντικαταστάθηκε από τον Nicky Headon) και Joe Strummer (φωνητικά, κιθάρα). Ενώ οι περισσότεροι από τους συγχρόνους τους ήταν απλώς μηδενιστές (βλέπε Sex Pistols), οι Clash ήταν επαναστάτες με αιτία και εναντιώθηκαν στο θατσερισμό, την ωμή αστυνομική βία, τις φυλετικές διαφορές και την καταπίεση της εργατικής τάξης. Η μουσική τους, παρ’ ότι βασισμένη στις ρίζες, διακρινόταν από το κατασταλαγμένο καλλιτεχνικό όραμα, με χαρακτηριστική την επιλογή τους να ενσωματώνουν στα τρίλεπτα punk-pop μανιφέστα τους πλήθος από πειραματισμούς με στοιχεία funk, reggae, rap, rockabilly. Το φερώνυμο ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε στην ετικέτα της CBS το 1977, ηχογραφημένο μέσα σε τρία μόλις Σαββατοκύριακα. Απολαμβάνει την υστεροφημία ενός από τα ορόσημα του punk, μια λαμπρή σύνοψη της οργής, της κατάθλιψης και της καταπιεσμένης ενέργειας που πλημμύριζε την Αγγλία στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με τραγούδια-κεφάλαια όπως τα «I’m So Bored With The USA» και «Career Opportunities». Σήμερα, δώδεκα ολόκληρα χρόνια μετά, διατηρεί στο ακέραιο την αμεσότητά του. Προσδοκώντας ευρύτερη απήχηση στο αμερικανικό ακροατήριο, η CBS προσέλαβε ως παραγωγό του δεύτερου άλμπουμ τους, του «Give ’em Enough Rope» (1978), τον Sandy Pearlman, γνωστό για τις συνεργασίες του με τους Blue Oyster Cult. Παρά τις πιο στρογγυλεμένες γωνίες του άλμπουμ αυτού -που όμως σε καμιά περίπτωση δεν έμοιαζε με Boston ή Aerosmith-, η αμερικανική αγορά το αγνόησε, ευτυχώς όμως τα πήγε καλύτερα στη Βρετανία ανεβαίνοντας μέχρι το Νο 2. Tο διπλό LP «London Calling» (επανακυκλοφορεί σε μονό CD), που ακολούθησε το 1980, πρόσθεσε στην αμεσότητα την κατακτημένη εμπειρία. Ψηφίδες όπως η άπλετη μελωδικότητα του «Train In Vain», η επιθετική reggae του «Guns Of Brixton» και το υμνητικό ρεφρέν-κάλεσμα στα όπλα του «London Calling» συνθέτουν ένα μεθυστικό άλμπουμ, το οποίο συνοψίζει με απόλυτο τρόπο το ήθος και τις προσδοκίες του punk. Το τριπλό LP με τίτλο «Sandinista!» (1981, επανακυκλοφορεί σε διπλό CD) ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη και την παραγωγή του ανέλαβε το ίδιο το συγκρότημα. Κυκλοφορία εσκεμμένα αντιεμπορική, υστερούσε και σε ποιότητα περιεχομένου, με αποτέλεσμα κατακόρυφη υποχώρηση των πωλήσεων. Εκθειασμένο ωστόσο από Νεοϋορκέζους κριτικούς, ήταν το πρώτο άλμπουμ των Clash που πούλησε περισσότερα αντίτυπα στις ΗΠΑ απ’ ό,τι στη Βρετανία. Το «Combat Rock» (1982) ανοίχτηκε περισσότερο από ποτέ στο funk και το rap. Με επιτυχίες όπως τα «Rock The Casbah», «Should I Stay Or Should I Go», «Straight To Hell» (διαμαρτυρία για τα Φόλκλαντ) και με συμμετοχή του beat ποιητή Allen Ginsberg έγινε πλατινένιο. Σε αυτό το σημείο τα προβλήματα γιγαντώθηκαν. Οι Simonon και Strummer έδιωξαν από το γκρουπ τον Jones, ο οποίος σχημάτισε στη συνέχεια τους Big Audio Dynamite. Το «Cut The Crap» (1985) ήταν μια απογοήτευση και λίγο μετά την κυκλοφορία του οι Clash διαλύθηκαν. Ειρωνικά, το γκρουπ γνώρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία του χρόνια αργότερα, όταν το 1991 το «Should I Stay…» ανέβηκε στο Νο ,1 αφού προηγουμένως είχε χρησιμοποιηθεί σε διαφήμιση της Levi’s. Τέλος, πρόσφατα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το «From Here To Eternity» που, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, είναι το πρώτο «επίσημο» λάιβ των Clash (σε αντιδιαστολή με τις πειρατικές κυκλοφορίες, τα λεγόμενα bootleg). Περιλαμβάνει 17 τραγούδια, επιλεγμένα από συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1978-1982 σε διάφορους χώρους της Αγγλίας και των ΗΠΑ. Η επιλογή έγινε από τους Strummer, Jones, Simonon και Headon ύστερα από ατέλειωτες ακροάσεις υλικού αρχείου. Παράλληλα με την κυκλοφορία του CD, έχει ετοιμαστεί και ένα ντοκιμαντέρ διάρκειας 90′ για τις ημέρες και τα έργα των Clash, το «Westway To The World», σε σκηνοθεσία του Don Letts, δημιουργού του «The Punk Rock Movie» και συνιδρυτή των Big Audio Dynamite. Μολονότι η διαχυτική ερμηνευτική αμεσότητα των Clash και η ανταπόκριση του κοινού είναι φανερές σε κάθε τραγούδι της ανθολογίας, η γενικότερη διαπίστωση είναι ότι οι εκτελέσεις των τραγουδιών, παρ’ ότι τίμιες και ψυχωμένες, υστερούν σε σχέση με αυτές των στούντιο άλμπουμ. Το ένθετο που συνοδεύει το CD περιέχει πολυάριθμα σημειώματα, στα οποία οπαδοί των Clash, που είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν από κοντά ορισμένες από τις τότε ιστορικές εμφανίσεις, καταγράφουν τις εντυπώσεις τους. Κάποιος Kevin γράφει για μια συναυλία στο Bristol την άνοιξη του 1977: «Η ενέργεια και το δέσιμο των Clash κέρδισαν τις εντυπώσεις με τους εκρηκτικούς σχολιασμούς για το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της Βρετανίας το 1977. Ο κόσμος σκαρφάλωνε στα καθίσματα και οι Clash πρέπει να έπαιξαν κάθε τραγούδι που είχαν στο ρεπερτόριό τους τουλάχιστον τρεις φορές. Βγήκαμε από την αίθουσα πιστεύοντας ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο». Σας θυμίζει κάτι;