Δεύτερο «κρούσμα» ευρωπαϊκής ταινίας που φλερτάρει με τα πρότυπα του αμερικανικού εμπορικού σινεμά. Καταιγιστικοί ρυθμοί, λήψεις στο ύφος διαφημιστικού «σποτ», εντυπωσιακά εφέ με εκρήξεις και φλεγόμενα κορμιά που τινάζονται στον αέρα, αδρεναλίνη, βία, άφθονο αίμα και άρωμα «γηραιάς ηπείρου» στη σκηνή που εκτυλίσσεται στο κλαμπ με τις τραβεστί. Υπάρχει ωστόσο κάποια διαφορά ανάμεσα στην αμερικανική «ρουτίνα» και τις ευρωπαϊκές απομιμήσεις. Οι περιπέτειες που μας έρχονται από την πέρα πλευρά του Ατλαντικού είναι έτσι φτιαγμένες, που επιτρέπουν, ακόμα και σε όποιον δεν γνωρίζει τη γλώσσα, να παρακολουθήσει την ταινία. Στο συγκεκριμένο εγχείρημα οι σκηνοθετικές «τσαχπινιές» κάπου γίνονται αυτοσκοπός, με αποτέλεσμα να έρχονται στιγμές, όπου δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι κριτικές «έθαψαν» το «Ντόμπερμαν» και όχι η περίφημη σκηνή όπου ένας από τη συμμορία αφοδεύει στη μέση του δρόμου και ύστερα σκουπίζεται με τη βίβλο των σινεφίλ, τα περίφημα «Κινηματογραφικά Τετράδια» (Cahiers du Cinema). Η κόπια που είδαμε είχε εικόνα με κομένο πλάνο σε 4:3, με καλή όμως ανάλυση για τα δεδομένα του αναλογικού μέσου και ήχο πλούσιο, ισορροπημένο σε πρίμα/μπάσα, με άψογο διαχωρισμό (σε stereo και Prologic), που αποδίδει εντυπωσιακά τη φορτωμένη με λογής ηχητικά μπάντα του πρωτοτύπου.