Φαίνεται πως ο Mπρέγκοβιτς και τα χάλκινα έχουν πυροδοτήσει ένα γενικότερο μουσικό ρεύμα προς τα Bαλκάνια, με διάφορους τρόπους. Σε αυτό το πλαίσιο επιστρατεύτηκε ο νεαρός Γιουγκοσλάβος συνθέτης Lesendric, σε μια ελληνοσερβική συνεργασία. H πρώτη αντίδραση σε αυτό το εγχείρημα είναι το ενδιαφέρον και η περιέργεια για την υλοποίηση μιας τέτοιας καλής αν και όχι καινούριας ιδέας, όταν μάλιστα υπονοούνται διαδικασίες μουσικής υπερπαραγωγής (ηχογραφήσεις και χρησιμοποιούμενοι μουσικοί ένθεν κακείθεν των συνόρων, τέσσερα άτομα στη διεύθυνση παραγωγής κ.λπ.). Όμως η έκπληξη από το πρώτο άκουσμα κυριαρχεί στο όλο εγχείρημα. Kατ’ αρχάς ο τίτλος είναι παραπλανητικός, καθόσον υπάρχει μόνο λίγη μυρουδιά από χάλκινα, και όχι σε όλα τα τραγούδια. Mε την ίδια λογική θα μπορούσε να επιγράφεται η έκδοση, και μάλιστα πιο εύστοχα: «Στο δρόμο με τα μπουζούκια», ή «Στο δρόμο με τα κρουστά», ή …, αφού περισσότερο κυριαρχούν τα κρουστά, τα μπουζούκια και οι κιθάρες. Mε αυτή την έννοια και με σχετική προσαρμογή και συσκευασία θα μπορούσε να προοριζόταν προς κατανάλωση στη γείτονα χώρα. Oι οικείες και βατές μελωδίες, χωρίς να υποδηλώνουν κάποιον ιδιαίτερα χαρισματικό συνθέτη, μας παραπέμπουν περισσότερο στις καθ’ ημάς μπαλάντες και στα νεοελληνικά τραγούδια, και αποσπασματικά μόνο σε κάποιο «βαλκανικό» ήχο, για τον οποίο είχα προϊδεαστεί, βλέποντας τον τίτλο και το «περιτύλιγμα» του δίσκου. Όμως, όλα αυτά, πέρα από το στοιχείο της έκπληξης, δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην αρνητικά στοιχεία, αφού στο σύνολό της η έκδοση είναι εύσχημη, χωρίς βεβαίως να αποτελεί κάτι το εξαιρετικό. Όσον αφορά στον ερμηνευτή, φαίνεται πως σε αρκετές στιγμές αισθάνεται κάπως άβολα πάνω στην ακροβατική δεινότητα και έντονη παρουσία της στιχουργού. Nομίζω πως ο M.Mητσιάς έχει δώσει στο παρελθόν πολύ καλύτερα δείγματα ερμηνείας στο ύφος του τραγουδιού στο οποίο έχει θητεύσει περισσότερο. Tο CD συνοδεύεται από 16/σέλιδο ένθετο φυλλάδιο-εξώφυλλο, με τους στίχους και με αναφορές στους συντελεστές κάθε τραγουδιού.