Τα άρθρα, οι συνεντεύξεις, οι συζητήσεις, οι αναλύσεις, τα σχόλια για την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν είναι πλέον αναρίθμητα. Από τους πλέον επιφανείς ομηριστές και τους άλλους μελετητές της αρχαιότητας — που, εντάξει, μπορεί να ειδικεύονται στη ρωμαϊκή ιστορία, ας πούμε, αλλά τέτοιες ευκαιρίες δεν χάνονται — ως τους συμπαθείς podcasters ιστορικών θεμάτων αλλά και κάθε λογής influencer, όλοι είχαν να πουν κάτι για τη νέα χολυγουντιανή επίκληση στη Μούσα.

Πολύ ωραία.  Φυσικά, όλη αυτή η φασαρία πιστοποιεί την επιτυχία μιας υποδειγματικής επικοινωνιακής εκστρατείας που τώρα δρέπει τους λωτούς της στα ταμεία όπου γης. Την ίδια στιγμή, όμως, οι συζητήσεις αυτές είναι ωραίες, εκτός από όταν δεν είναι, όταν γίνονται δηλαδή ρατσιστικές, μισαλλόδοξες και εθνικιστικές, αλλά σε γενικές γραμμές το να συζητάμε για την αρχαιότητα είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστικό.

Ή τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι. Στο κάτω κάτω, μιλάμε απλώς για μια ταινία, της οποίας κάθε στιγμή σχεδόν δίνει μια αφορμή να αναλογιστεί κανείς ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Είτε διαλέξουμε, με κάποια ελαφρότητα, να σχολιάσουμε τους εντυπωσιακούς Λαιστρυγόνες με τις πανοπλίες που θυμίζουν γάλλους ιππότες στη μάχη του Αζενκούρ, είτε καταδυθούμε στο μυστήριο των «λαών της θάλασσας» και στην ίσως πιο γοητευτική, για τους μερακλήδες, αποστροφή της ταινίας, «εσείς είστε οι λαοί της θάλασσας;», ανοίγονται μπροστά μας μια σειρά ερωτήματα που η αρχαιολογία και η ιστορική επιστήμη μελετούν και μπορούμε να απολαύσουμε τις προσπάθειές της να τα απαντήσει: Πώς πολεμούσαν οι άνθρωποι στην εποχή του χαλκού, πώς χρησιμοποιούσαν, λόγου χάρη, τα τόξα τους; Μπορεί ο Τρωικός Πόλεμος να είναι μια ανάμνηση επιδρομών στα βορειοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας από μισθοφόρους για λογαριασμό των Μυκηναίων; Είναι οι θεοί που αποτυπώνονται στα ομηρικά έπη μέρος μιας «μεγάλης αντικατάστασης» που θέλει μια νέα γενιά θεών της καταιγίδας να ανατρέπει τους παλιούς, όπως ο Βαβυλώνιος Μαρδούκ την Τιαμάτ ή ο Ζευς τον Κρόνο; Ποιοι ήταν οι «λαοί της θάλασσας»; Σε ποιον βαθμό ευθύνονται πράγματι για την κατάρρευση των πολιτισμών της εποχής του χαλκού και σε ποιον ήταν απλώς πρόσφυγες ή επιδρομείς, αποτέλεσμα μάλλον της κατάρρευσης παρά αιτία; Και, μήπως, ανάμεσά τους ήσασταν και «εσείς», δηλαδή Μυκηναίοι; 

Θεωρώ αξιοζήλευτους τους ανθρώπους που αφιερώνουν τη ζωή τους να τα μελετούν αυτά, αλλά και τους υπόλοιπους τίποτα δεν μας εμποδίζει να περιπλανιόμαστε σ’ αυτούς τους κόσμους με τη φαντασία μας — πόσο μάλλον που πρόκειται για κόσμους τόσο απόμακρους και τόσο αποσπασματικά τεκμηριωμένους από υλική άποψη, που το σκοτάδι που τους καλύπτει απλώνεται επιβλητικό και, θα πρότεινα, απίστευτα γοητευτικό.

Γι’ αυτό και μολονότι κάθε σχεδόν ερώτημα, κάθε κριτική ματιά, κάθε καλαμπούρι ακόμη, γύρω από την πιο πρόσφατη απόδοση ενός από τα πιο εμβληματικά αφηγήματα της αρχαιότητας, με βρίσκει όχι μόνο δεκτικό αλλά λαίμαργο για ακόμη περισσότερη κουβέντα, υπάρχει μια πτυχή που μου προκαλεί πραγματικά τεράστια απορία: πόσο πιστά αποδίδει ο Νόλαν τον Όμηρο;  

Και δεν το εννοώ με την έννοια της καταλογογράφησης επεισοδίων, αυτό μες το παιχνίδι είναι, αν δηλαδή μας λείπουν η Ναυσικά και οι Φαίακες, αν συγχωνεύονται η Καλυψώ με τους Λωτοφάγους ή αν θα θέλαμε λίγους περισσότερους θεούς, έναν Ποσειδώνα οπωσδήποτε, άντε και λιγουλάκι Ερμή.

Εννοώ την αγανάκτηση που αναδύεται από το ερώτημα αν ο Νόλαν είναι πιστός στον Όμηρο, αν αποδίδει το ακριβές πνεύμα του ομηρικού έργου, και συνακόλουθα αν τελικά είναι άξιος να πιάνει στο στόμα του — ή στην κάμερά του — την Οδύσσεια. Κι αντίστροφα: πόσο προσβάλλει το έργο η ταπεινή πλην πανάκριβη αυτή διασκευή, με τους βλάσφημους αναχρονισμούς της και τις ανίερες απλουστεύσεις της.

Κι αναρωτιέμαι: ποιο «πνεύμα» του Ομήρου έχουν κατά νου ακριβώς; Αυτό που έφτανε στ’ αυτιά όσων άκουγαν, εκεί γύρω στα 1000 ή στα 900 ή στα 800 π.Χ., ή όποτε τέλος πάντων ξεκίνησαν, τις ιστορίες που κάποια στιγμή έγιναν «ομηρικές»; Αυτό που ενέπνεε τους αρχαίους της κλασικής περιόδου στους ήρωες που έβλεπαν ανάμεσα στους εαυτούς τους και στους θεούς τους; Αυτό που καταλάβαιναν οι Αλεξανδρινοί της ελληνιστικής εποχής; Αυτό που διδασκόταν στην εποχή των Κομνηνών, όταν συγκρινόταν ο Μανουήλ Α΄ με τον Δία; Ή το κληροδότημα των μοντέρνων ευρωπαίων φιλολόγων που διέπει ακόμη την εκπαίδευση όσων μπουρδουκλώνονται να προφέρουν «ατασθαλίησιν», «Ηελίοιο»  και «ασπερχὲς μενέαινεν»;

Μήπως νομίζουμε ότι όλα αυτά τα «πνεύματα» είναι ένα; Κι εδώ επικεντρώνω την απορία μου όχι σ’ αυτούς που διεκδικούν το ομηρικό «πνεύμα» από σκοπιά μισαλλόδοξη, πως είναι τάχατες «δικό μας» και μας το απειλούν οι ξένοι, αλλά σ’ αυτούς που ειλικρινά αγωνιούν πως υπάρχει μια ουσία εδώ που είτε διατηρείται είτε όχι, είτε εκπληρώνεται είτε προδίδεται.

Πρόκειται ίσως για σύμπτωμα μιας εκπαίδευσης που είναι εθνικιστική με έναν τρόπο πολύ πιο βαθύ από αυτόν που υποδηλώνουν τα μυριάδες κακοσυνταγμένα σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία συνοψίζονται στο «κάτω τα ξερά σας από τα έπη μας».

Μια εκπαίδευση που αν θέλει κάτι, πάνω από όλα, είναι να εμπεδώσουμε ότι τα πάντα, από τη μάσκα που ο Σλίμαν πίστευε πως ήταν του Αγαμέμνονα ως το δαχτυλίδι του Κολοκοτρώνη στην Παναγιά της Τήνου, πιστοποιούν έναν διαχρονικό, σταθερό, συνεχή ελληνισμό που μπορεί να διαταράσσεται αλλά παραμένει αναλλοίωτος στην ουσία του. Σαν να λέμε ότι αν βρισκόμασταν όλοι μαζί εμείς, ένας Αργείτης που πολέμησε στη Μικρά Ασία πριν από 3.200 χρόνια, η Ειρήνη η Αθηναία και ο Κατσαντώνης, μπορεί να αντιμετωπίζαμε κάνα-δυο ζητηματάκια γιατί όσο να’ναι μας χωρίζουν κάποια χρόνια, αλλά κατά βάση θα μας ένωνε η κοινή μας ελληνική ταυτότητα, η ελληνική μας ουσία.

Μια εκπαίδευση που αν θέλει κάτι, πάνω από όλα, είναι να μην ρωτάμε ποτέ πώς αλλάζει η αυτοαντίληψη των ανθρώπων μέσα στην ιστορία, τι σημαίνει «είμαι» σε κάθε εποχή και για διαφορετικούς ανθρώπους — πλούσιους, φτωχούς, μορφωμένους, αγράμματους, άνδρες, γυναίκες, ελεύθερους, υποδουλωμένους  — μέσα σε κάθε εποχή.

Ίσως λοιπόν να μην είναι τόσο άξιο απορίας τελικά ότι τόσοι πιστεύουν πως μια ταινία του 2026 κρίνεται από την πίστη της σε ένα κάποιο ομηρικό πνεύμα  — ή, ακόμη περισσότερο, ότι το προδίδει ή το προσβάλλει, κι ότι ο Νόλαν διέπραξε κάποιου είδους ύβρι μη μένοντας στον Μπάτμαν ή, άντε, στη Δουνκέρκη, αλλά τολμώντας να αναμετρηθεί με το μέγιστο αριστούργημα του ελληνισμού.

Το κατ’ εμέ, απήλαυσα ιδιαίτερα — και όχι δίχως ένα κάποιο δέος — τη δυνατότητα που έχει ο κινηματογράφος της εποχής μας να φιλοτεχνήσει τον Πολύφημο, που η φαντασία μου τον έχει πάντα κάπου φυλαγμένο, από τότε που ο πατέρας μου, μού πρωτοαφηγήθηκε το επεισόδιο κάποιο βράδυ εδώ και, πάνω κάτω, σαρανταπέντε χρόνια.