Το σχέδιο της Γερμανίας να αυστηροποιήσει το πλαίσιο για τις αναρρωτικές άδειες και να απαιτεί βεβαίωση γιατρού από την πρώτη ημέρα αντιμετωπίζει τα συμπτώματα αντί την αρρώστια, λένε ειδικοί και εργατολόγοι, επισημαίνοντας την ψυχική πίεση και την επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών σε κλάδους όπως η υγεία και η παιδεία.
Το 2024 οι γερμανοί εργαζόμενοι πήραν κατά μέσο όρο 22 ημέρες αναρρωτικής άδειας έκαστος, ένας από τους μεγαλύτερους αριθμούς παγκοσμίως –πολύ πάνω από την Ελλάδα η οποία έρχεται δεύτερη από το τέλος μετά τη Ρουμανία στους δείκτες του ΟΟΣΑ, με μόλις 0,2 ημέρες αναρρωτικής άδειας για τον μέσο μισθωτό πλήρους απασχόλησης.
Στη Γερμανία, ο μέσος αριθμός αναρρωτικών αδειών αυξήθηκε απότομα το 2022, ωστόσο η αύξηση αυτή εκτιμάται ότι δεν είναι πραγματική. Εμφανίστηκε μετά την υιοθέτηση πλατφόρμας ηλεκτρονικής αναφοράς, η οποία βελτίωσε την καταγραφή ολιγοήμερων απουσιών.
Το σχέδιο που συμφώνησε η κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μετς προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι δεν θα μπορούν να ενημερώνουν τηλεφωνικά τους εργοδότες ότι θα απουσιάσουν λόγω ασθένειας και θα πρέπει να προσκομίζουν ιατρική βεβαίωση από την πρώτη ημέρα.
Το μέτρο για τις αναρρωτικές άδειες εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας την ώρα που η οικονομία παραμένει σχεδόν στάσιμη και ο πληθυσμός γηράσκει.
Σύμφωνα όμως με ειδικούς που μελετούν την φυσική και ψυχική υγεία και τις αγορές εργασίες, οι κλάδοι που εμφανίζουν τα υψηλότερα επίπεδα αναρρωτικών αδειών, όπως οι νοσοκόμες, οι φροντιστές και οι εκπαιδευτικοί, πάσχουν από ευρύτερα προβλήματα.
Χρόνια υποστελέχωση, χαμηλές αμοιβές, πτωχές επαγγελματικές προοπτικές και υψηλές συναισθηματικές πιέσεις είναι παράγοντες κινδύνου για την ψυχική υγεία σε αυτά τα επαγγέλματα.
Το 2024, τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν δεδομένα ανά κλάδο, οι γυναίκες στους κλάδους της υγείας και των κοινωνικών λειτουργών πήραν κατά μέσο όρο 27 ημέρες αναρρωτικής άδειας, ενώ οι δάσκαλοι 24 ημέρες. Τα νούμερα πέφτουν στις 18 ημέρες στις οικονομικές υπηρεσίες και 16 στην επικοινωνία, σύμφωνα με δεδομένα της ασφαλιστικής εταιρείας BKK.
«Δεν χρειάζεται να πρόκειται για φουλ κατάθλιψη» δήλωσε στο Reuters ο Γιοχάνες Ζίγκριστ, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Ντίσελντορφ. «Μπορεί να είναι μια κατάσταση εξάντλησης ή επαγγελματικής εξουθένωσης ως αποτέλεσμα προβληματικών συνθηκών εργασίας» είπε.
Οι ψυχικές διαταραχές αντιστοιχούν μόλις στο 4,8% των περιπτώσεων αναρρωτικής άδειας, όμως όταν εμφανίζονται οδηγούν κατά μέσο όρο σε απουσία 28 ημερών, σύμφωνα με στοιχεία της AOK, του μεγαλύτερου φορέα ασφάλισης υγείας στη Γερμανία.
Οι αναρρωτικές άδειες που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι της AOK λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας έχει αυξηθεί κατά 47% από το 2014, καθιστώντας τις ψυχικές διαταραχές τη δεύτερη σημαντικότερη αιτία απουσίας από την εργασία, μετά τις παθήσεις του αναπνευστικού.
Υψηλές ευθύνες, χαμηλές αμοιβές
Οι τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών υπηρεσιών καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό διαγνώσεων που συνδέονται με την ψυχική υγεία.
«Πρόκειται για επαγγέλματα με μεγάλη ευθύνη. Οι εργαζόμενοι πρέπει να συνδυάζουν τις υψηλές επιδόσεις με την κοινωνική αλληλεπίδραση . Διαχειρίζονται όχι μόνο συναισθηματικά προβλήματα, αλλά και σωματικούς στρεσογόνους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της βίας» δήλωσε ο Ζίγκριστ.
«Συχνά πρόκειται για ανθρώπους με χαμηλές αποδοχές και σχετικά χαμηλή κοινωνικοοικονομική θέση» επισήμανε.
Ο συνδυασμός χαμηλών αμοιβών, περιορισμένης κοινωνικής αναγνώρισης ή εργασιακής ασφάλειας και υψηλών απαιτήσεων είναι αυτό που οι ερευνητές περιγράφουν ως ανισορροπία μεταξύ προσπάθειας και ανταμοιβής.
Πολυάριθμες μελέτες έχουν συνδέσει αυτή την ανισορροπία με προβλήματα ψυχικής υγείας και μακροχρόνιες απουσίες από την εργασία. Παράλληλα, αυξάνεται και ο κίνδυνος στεφανιαίας νόσου.
Οι εργαζόμενοι στον κλάδο της υγείας αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο burnout και δηλώνουν περισσότερες αναρρωτικές άδειες
Πρόσφατα στοιχεία από τα σχολεία της Γερμανίας αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος. Το Βαρόμετρο Γερμανικών Σχολείων του 2024 διαπίστωνε ότι σχεδόν οι μισοί εκπαιδευτικοί ανέφεραν περιστατικά ψυχολογικής ή σωματικής βίας μεταξύ μαθητών, ενώ περισσότεροι από το ένα τρίτο δήλωσαν ότι αισθάνονταν συναισθηματική εξάντληση αρκετές φορές την εβδομάδα.
Παρόμοια είναι η εικόνα και στον κλάδο της νοσηλευτικής. Παρά τις οξείες ελλείψεις προσωπικού, πρόσφατες γερμανικές μελέτες διαπίστωναν ότι οι αυξήσεις των μισθών παραμένουν περιορισμένες, ιδίως στα νοσοκομεία και στα δημόσια ιδρύματα.
Το γερμανικό υπουργείο Υγείας αρνήθηκε να σχολιάσει, όταν ρωτήθηκε για το γεγονός ότι τα υψηλότερα ποσοστά απουσιών από την εργασία καταγράφονται στους κλάδους όπου οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες πιέσεις σε επίπεδο ψυχικής και συναισθηματικής επιβάρυνσης.
Καμία ένδειξη εκτεταμένης κατάχρησης
Τα παραπάνω, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι το πρόβλημα των αυξημένων αναρρωτικών αδειών εξηγείται αποκλειστικά από τα θέματα ψυχικής υγεία;.
Οι απουσίες λόγω ασθένειας επηρεάζονται από ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, όπως τα δημογραφικά χαρακτηριστικά, οι συνθήκες εργασίας, οι κοινωνικές νόρμες και οι θεσμικές διαφορές, γεγονός που καθιστά δύσκολες τις διεθνείς συγκρίσεις.
Το σύστημα αποδοχών κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας στη Γερμανία, το οποίο καλύπτει το 100% του μισθού από την πρώτη ημέρα ασθένειας και για διάστημα έως έξι εβδομάδων, συγκαταλέγεται στα πιο γενναιόδωρα παγκοσμίως.
Ωστόσο, επτά χώρες του ΟΟΣΑ —Νορβηγία, Σλοβενία, Ισπανία, Φινλανδία, Γαλλία, Πορτογαλία και το Βέλγιο— καταγράφουν υψηλότερο ποσοστό αναρρωτικών αδειών μεταξύ των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης.
«Θα ήμασταν επιφυλακτικοί απέναντι στην εξαγωγή συμπερασμάτων από τις άμεσες συγκρίσεις των ποσοστών αναρρωτικών αδειών μεταξύ διαφορετικών χωρών», δήλωσε η ερευνήτρια του ΟΟΣΑ Σοφία Μαλινάι Ντόμαγκ.
Πολλοί από τους οργανισμούς που μελέτησαν την αύξηση των αναρρωτικών αδειών στη Γερμανία δυσκολεύτηκαν να βρουν στοιχεία που να αποδεικνύουν εκτεταμένη κατάχρηση του συστήματος.
Μελέτη της ασφαλιστικής εταιρείας υγείας DAK και του ερευνητικού ινστιτούτου IGES κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απότομη αύξηση των καταγεγραμμένων απουσιών το 2022 οφειλόταν κυρίως στη βελτίωση του ηλεκτρονικού συστήματος καταγραφής, καθώς και στα ασυνήθιστα ισχυρά κύματα αναπνευστικών λοιμώξεων και COVID-19. Έκτοτε, ο αριθμός των ημερών αναρρωτικής άδειας έχει σταθεροποιηθεί.
Η μελέτη δεν εντόπισε στοιχεία ότι οι τηλεφωνικές βεβαιώσεις ασθενείας, οι οποίες θεσπίστηκαν το 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ευθύνονται για την αύξηση στις αναρρωτικές άδειες. Κατέληξε επίσης ότι ούτε η δυνατότητα τηλεφωνικής πιστοποίησης, ούτε η συστηματική προσποίηση ασθένειας, μπορούν να εξηγήσουν τα επίπεδα-ρεκόρ των απουσιών.
«Οι διαθέσιμες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η χορήγηση αναρρωτικής άδειας μέσω τηλεφωνικής γνωμάτευσης δεν οδήγησε σε αύξηση των δηλώσεων ασθενείας» δήλωσε ο Έντσο Βέμπερ, από το Ινστιτούτο Έρευνας για την Απασχόληση.
Επικρίσεις
Η πρόταση της κυβέρνησης για τις αναρρωτικές άδειες έχει επίσης δεχθεί επικρίσεις από το συνδικάτο εργαζομένων στις υπηρεσίες Verdi, το οποίο υποστήριξε ότι το σχέδιο αντανακλά μια «κουλτούρα δυσπιστίας» απέναντι στους εργαζομένους.
Οι δε ιατρικοί σύλλογοι προειδοποίησαν ότι η εφαρμογή του μέτρου θα ήταν «απολύτως καταστροφική» για τα ήδη υπερφορτωμένα ιατρεία και τις ιατρικές πρακτικές.
Απαντώντας στην κριτική, η κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι επιχειρήσεις θα είναι ελεύθερες να αποφασίσουν εάν θα εφαρμόσουν τον νέο κανόνα ή αν θα διατηρήσουν το ισχύον καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο απαιτείται ιατρική βεβαίωση από την τέταρτη ημέρα της αναρρωτικής άδειας.