Η υπόθεση της Ζεντάγια και των σκουλαρικιών που φόρεσε σε εκδήλωση για την προώθηση της νέας ταινίας «Η Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν πυροδότησε μια συζήτηση που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της μόδας. Αντί να επικεντρωθεί στις στιλιστικές επιλογές της ηθοποιού, η δημόσια αντιπαράθεση στράφηκε στον τρόπο με τον οποίο η διεθνής αγορά τέχνης διαχειρίζεται αρχαιότητες και αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς. Σύμφωνα με το Hyperallergic, η συγκεκριμένη περίπτωση έφερε στο προσκήνιο μια πρακτική που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες, αλλά σπάνια προκαλεί τόσο μεγάλη συζήτηση.

Οι επίμαχοι χρυσοί δίσκοι, ηλικίας περίπου 3.000 ετών και προερχόμενοι από το αρχαίο Ιράν, μετατράπηκαν πρόσφατα σε σκουλαρίκια από τον Βρετανό κοσμηματοποιό Γκλεν Σπάιρο. Τοποθετήθηκαν σε βάση από χρυσό 18 καρατίων και διαμάντια στο πλαίσιο της συλλογής Materials of the Old World, πριν αποκτηθούν από τον λονδρέζικο οίκο κοσμημάτων Barron London. Η εταιρεία διευκρίνισε ότι το κόσμημα αποτελεί μέρος της ιδιωτικής της συλλογής και δεν προορίζεται για πώληση.

Οι αντιδράσεις των αρχαιολόγων

Η πρώτη έντονη αντίδραση δεν προήλθε από τον χώρο της μόδας, αλλά από αρχαιολόγους και ειδικούς στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όπως επισημαίνει το Hyperallergic, πολλοί υποστήριξαν ότι η μετατροπή αρχαιολογικών ευρημάτων σε σύγχρονα κοσμήματα τα απογυμνώνει από το ιστορικό και επιστημονικό τους πλαίσιο, μετατρέποντάς τα σε αντικείμενα πολυτελούς κατανάλωσης.

Η οργάνωση Forensic Archive of Iran ξεκίνησε μάλιστα διαδικτυακή εκστρατεία ζητώντας μεγαλύτερη διαφάνεια σχετικά με την προέλευση των χρυσών δίσκων, καθώς δεν είναι σαφές πώς έφτασαν από έναν αρχαιολογικό χώρο στην αγορά τέχνης.

Η χρονική συγκυρία ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις αντιδράσεις. Η εμφάνιση της Ζεντάγια συνέπεσε με μια περίοδο κατά την οποία το Ιράν βρισκόταν στο επίκεντρο πολεμικών εξελίξεων, γεγονός που, σύμφωνα με επικριτές, έκανε ακόμη πιο ευαίσθητη τη χρήση αντικειμένων της ιρανικής πολιτιστικής κληρονομιάς ως αξεσουάρ σε μια λαμπερή κινηματογραφική εκδήλωση.

Ένα φαινόμενο πολύ ευρύτερο από μία εμφάνιση

Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι η υπόθεση της Ζεντάγια αποτελεί απλώς το πιο προβεβλημένο παράδειγμα μιας πρακτικής που είναι διαδεδομένη στη διεθνή αγορά έργων τέχνης. Αρχαίες χάντρες από τη Ρωμαϊκή, την Αιγυπτιακή ή τη Φοινικική περίοδο μετατρέπονται συχνά σε σύγχρονα περιδέραια και βραχιόλια, ενώ αρχαιολογικά υφάσματα, τελετουργικά αντικείμενα, γλυπτά και ξυλόγλυπτα ενσωματώνονται σε νέες δημιουργίες ή παρουσιάζονται ως διακοσμητικά έργα τέχνης.

Σύμφωνα με το Hyperallergic, αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί απλώς αισθητική παρέμβαση. Η διάτρηση, η κοπή, η προσθήκη πολύτιμων λίθων ή η επανατοποθέτηση των αντικειμένων αλλοιώνουν οριστικά την αρχική τους μορφή, καθιστώντας αδύνατη την πλήρη μελλοντική αρχαιολογική τους μελέτη.

Το ζήτημα της προέλευσης

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην προέλευση των συγκεκριμένων χρυσών δίσκων. Ο Barron London τους περιγράφει ως μετάλλια από το Ζιβιγιέ του Ιράν, έναν χώρο που συνδέεται με τον περίφημο «Θησαυρό του Ζιβιγιέ». Ο θησαυρός αποκαλύφθηκε τη δεκαετία του 1940, ωστόσο ο αρχαιολογικός χώρος είχε ήδη λεηλατηθεί πριν πραγματοποιηθούν συστηματικές ανασκαφές.

Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος των αντικειμένων που αποδίδονται στον συγκεκριμένο θησαυρό έφτασε στις διεθνείς αγορές μέσω εμπόρων αρχαιοτήτων και όχι μέσω τεκμηριωμένων αρχαιολογικών ανασκαφών. Για τον λόγο αυτό, αρκετοί ερευνητές εξακολουθούν να αμφισβητούν την ακριβή προέλευση ορισμένων από τα αντικείμενα που κυκλοφορούν σήμερα σε ιδιωτικές συλλογές και μουσεία.

Η απάντηση του οίκου που διέθεσε τα σκουλαρίκια

Από την πλευρά του, ο λονδρέζικος οίκος Barron London, από τον οποίο προήλθαν τα σκουλαρίκια που φόρεσε η Ζεντάγια, απορρίπτει τις αιτιάσεις περί αμφιλεγόμενης διαχείρισης των αρχαιοτήτων. Σύμφωνα με το ARTnews, ο Τσάρλι Μπάρον ανέφερε ότι οι χρυσοί δίσκοι αποδίδονται στον περίφημο Θησαυρό του Ζιβιγιέ, ο οποίος ανακαλύφθηκε στο βορειοδυτικό Ιράν στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και έκτοτε διασκορπίστηκε σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές ανά τον κόσμο, μεταξύ των οποίων το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι τα αντικείμενα είχαν πιστοποιηθεί από τον έμπορο έργων τέχνης Ντέιβιντ Άαρον, πέρασαν στην κατοχή του κοσμηματοποιού Γκλεν Σπάιρο το 2016 και αποκτήθηκαν από τον Barron London το 2025. Όπως ανέφερε, δεν διατέθηκαν ποτέ προς πώληση και εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της ιδιωτικής συλλογής του οίκου, ενώ φυλάσσονται σύμφωνα με την τεκμηριωμένη προέλευσή τους και τις ισχύουσες νομικές διατάξεις.

Ο Μπάρον υποστήριξε ακόμη ότι η μετατροπή των αρχαίων δίσκων σε σκουλαρίκια για την Ζεντάγια δεν προκάλεσε φθορά ή αλλοίωση των ίδιων των αντικειμένων. Αντίθετα, όπως είπε, η παρέμβαση του Γκλεν Σπάιρο διατήρησε την ακεραιότητά τους και επέτρεψε να παρουσιαστούν με τρόπο που παραπέμπει στην αρχική τους χρήση ως κοσμημάτων. «Σκοπός μας δεν ήταν να εμπορευματοποιήσουμε αυτά τα αντικείμενα, αλλά να δώσουμε στο ευρύ κοινό την ευκαιρία να γνωρίσει ένα εξαιρετικό δείγμα της περσικής χρυσοχοΐας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, το ARTnews επισημαίνει ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία που να δείχνουν πως οι συγκεκριμένοι χρυσοί δίσκοι αποτελούν προϊόν παράνομης διακίνησης. Ωστόσο, η υπόθεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από τη μακρά ιστορία απομάκρυνσης αρχαιοτήτων από τη Μέση Ανατολή και τις δυσκολίες που εξακολουθούν να υπάρχουν στην πλήρη τεκμηρίωση της προέλευσής τους.

Όταν η «ανακατασκευή» αποκρύπτει την ιστορία

Το Hyperallergic αναφέρει και άλλες περιπτώσεις στις οποίες αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς έχουν μετατραπεί σε έργα σύγχρονης τέχνης. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα παρουσιάζεται η Barakat Gallery, η οποία έχει διαθέσει στην αγορά αφρικανικά γλυπτά του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα αφού προηγουμένως είχαν ζωγραφιστεί από τον έμπορο τέχνης Φαγέζ Μπαρακάτ, αποκτώντας μια νέα καλλιτεχνική ταυτότητα.

Παράλληλα, η γκαλερί είχε βρεθεί στο παρελθόν στο επίκεντρο δικαστικής διαμάχης με το Ιράν σχετικά με αρχαιότητες που, σύμφωνα με την ιρανική πλευρά, είχαν αφαιρεθεί παράνομα από τον αρχαιολογικό χώρο του Τζιρόφτ. Η υπόθεση κατέληξε υπέρ του Ιράν και θεωρείται μέχρι σήμερα σημαντικό προηγούμενο στο διεθνές δίκαιο για την επιστροφή λεηλατημένων πολιτιστικών αγαθών.

Μια συζήτηση που μόλις άρχισε

Η αγορά τέχνης, σημειώνεται στο δημοσίευμα, παρουσιάζει συχνά τέτοιες παρεμβάσεις ως πράξεις διατήρησης ή ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ωστόσο, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η μετατροπή αρχαιοτήτων σε κοσμήματα ή διακοσμητικά αντικείμενα μπορεί να αποκρύπτει προβληματικές ιστορίες που σχετίζονται με λεηλασίες, αμφισβητούμενη προέλευση και απώλεια πολύτιμων αρχαιολογικών πληροφοριών.

Η υπόθεση της Ζεντάγια έφερε για πρώτη φορά ένα τόσο εξειδικευμένο ζήτημα στο επίκεντρο της παγκόσμιας δημοσιότητας. Είτε η συζήτηση αφορά τη μόδα είτε την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, ανέδειξε το ερώτημα κατά πόσο αντικείμενα με τόσο σημαντικό ιστορικό φορτίο μπορούν να αντιμετωπίζονται ως σύγχρονα είδη πολυτελείας, χωρίς να εξετάζεται σε βάθος η διαδρομή και η σημασία τους.