H Ειρήνη είναι μια γιορτή ενός αγροτικού κόσμου που χάθηκε, είναι ένα κωμικό, ακατανίκητο επιχείρημα, ένα πανηγύρι του λαϊκού ανθρώπου με υλικό τους ίδιους τους καπνούς του πολέμου, ένας αναμμένος μπερντές μέσα στη φρίκη. Ο Νίκος Καραθάνος, ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Άγγελος Τριανταφύλλου είναι οι βασικοί συνένοχοι μιας νέας παράστασης, μιας νέας διασκευής, μιας απάντησης στην τρέλα με την τρέλα.
Η πρωτότυπη κωμωδία του Αριστοφάνη ανέβηκε για πρώτη φορά στα Μεγάλα Διονύσια του 421 π.Χ. και απέσπασε το δεύτερο βραβείο. Γράφτηκε σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία, λίγο πριν από τη Νικίειο Ειρήνη και ως αντίδραση στην ελπίδα για κατάπαυση των εχθροπραξιών που ανέτειλε χάρη στον θάνατο των φιλοπόλεμων στρατηγών, του Αθηναίου Κίμωνα και του Σπαρτιάτη Βρασίδα στη μάχη της Αμφίπολης.
Η κωμωδία αντανακλά την έντονη κοινωνική κόπωση από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και πραγματεύεται με λυρική ευφράδεια και τον γνώριμο αριστοφανικό σαρκασμό την παράλογη εμμονή στον πόλεμο και τις καταστροφικές συνέπειες που έχει στην καθημερινή ζωή, την εργασία και την ευτυχία των ανθρώπων. Ο Αριστοφάνης αντιπαραβάλλει τη βία και το κέρδος των πολεμοκάπηλων με τη γονιμότητα, τον έρωτα και τη συλλογική ευημερία που φέρνει η ειρήνη. Παρά τη φαινομενικά ουτοπική λύση, η κωμωδία δεν είναι αφελής: αναγνωρίζει τις αντιστάσεις, τα συμφέροντα και την αδράνεια που εμποδίζουν την αποκατάσταση της ειρήνης.
Η Ειρήνη κατέχει κομβική θέση στο συνολικό έργο του Αριστοφάνη ως άκρως συμφιλιωτική και η πιο αισιόδοξη από τις πολιτικές του κωμωδίες. Παρά τον ισχυρό δεσμό της με την εποχή που τη γέννησε, η κωμωδία παραμένει διαχρονική γιατί φωτίζει έναν μηχανισμό που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα: πολέμους που παρατείνονται εις βάρος των πολλών και προς όφελος λίγων. Η επιμονή του απλού ανθρώπου να διεκδικήσει την ειρήνη, ακόμη και κόντρα στη λογική της εξουσίας, καθιστά το έργο απόλυτα επίκαιρο στον σημερινό κόσμο όπου οι εισβολές, η βία, οι απειλές, η ανασφάλεια και ο κυνισμός εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως αναπόφευκτα.
Φωτογραφία: Σπύρος Χούντας
Η Εύα Μανιδάκη, η οποία έχει επιμεληθεί τα σκηνικά, μιλάει στο in και μας ξεναγεί στον κόσμο της «Ειρήνης» λίγες μέρες πριν τη δούμε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου
1. Η παράσταση συστήνεται ως «μια επίσκεψη στο έργο του Αριστοφάνη». Πώς μεταφράζεται σκηνογραφικά αυτή η λέξη — η «επίσκεψη»; Πλησιάζετε το έργο σαν τόπο, σαν μνήμη, σαν ερείπιο, σαν γιορτή;
Έχει ενδιαφέρον η λέξη «επίσκεψη», ακριβώς γιατί δεν υποδηλώνει ερμηνεία, αλλά μια συνάντηση. Δεν προσεγγίσαμε τον Αριστοφάνη ως ένα κλειστό, ιστορικό κεφάλαιο, αλλά ως έναν ζωντανό «τόπο» στον οποίο μπορεί κανείς να επιστρέφει ξανά και ξανά και κάθε φορά να ανακαλύπτει κάτι διαφορετικό. Σκηνογραφικά, αυτή η ιδέα μεταφράστηκε σε έναν χώρο που δεν λειτουργεί ως αναπαράσταση μιας εποχής, αλλά ως πεδίο δράσης και μεταμορφώσεων. Έναν χώρο που κουβαλά μνήμη, χωρίς να γίνεται νοσταλγικός, που αφήνει χώρο στο παιχνίδι, στο χιούμορ, στην ανατροπή, στοιχεία βαθιά αριστοφανικά.
2. Η Ειρήνη του Αριστοφάνη έχει στον πυρήνα της μια παράδοξη σκηνική πράξη: ένας άνθρωπος ανεβαίνει στον ουρανό για να φέρει πίσω την ειρήνη. Πώς αντιμετωπίσατε αυτή την υπερβολή στη σκηνή της Επιδαύρου;
Αυτή η υπερβολή είναι η ίδια η ουσία του αριστοφανικού κόσμου. Ο Αριστοφάνης δεν φοβάται ποτέ το αδύνατο· αντίθετα, το χρησιμοποιεί για να μιλήσει με πολύ άμεσο τρόπο για κάτι βαθιά ανθρώπινο. Δεν αισθάνθηκα, λοιπόν, ότι έπρεπε να «εξηγήσουμε» ή να εξορθολογίσουμε αυτή την ανάβαση στον ουρανό.
3. Η παράσταση φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Νίκου Καραθάνου, με τον οποίο ο χώρος συχνά λειτουργεί σαν ζωντανός οργανισμός. Πώς διαμορφώθηκε αυτή τη φορά ο διάλογός σας;
Με τον Νίκο υπάρχει ένας διάλογος που έχει χτιστεί μέσα στον χρόνο, με εμπιστοσύνη και κοινή γλώσσα. Δεν ξεκινάμε ποτέ από την ιδέα μιας «εικόνας» που πρέπει να υπηρετηθεί, αλλά από την ανάγκη να βρούμε τον κόσμο της παράστασης. Ο χώρος δεν έρχεται να ντύσει τη σκηνοθεσία· γεννιέται παράλληλα με αυτήν, μέσα από τις πρόβες, τις συζητήσεις και τις συνεχείς μετατοπίσεις που συμβαίνουν στη δημιουργική διαδικασία. Στην Ειρήνη, μας απασχόλησε ιδιαίτερα η έννοια της συλλογικότητας και της μεταμόρφωσης. Αναζητήσαμε έναν σκηνικό χώρο που να μπορεί να αλλάζει διαρκώς, να είναι άλλοτε γήινος και άλλοτε ονειρικός, να επιτρέπει στους ηθοποιούς να τον κατοικούν, να τον μετασχηματίζουν και να τον ενεργοποιούν. Δεν θέλαμε ένα στατικό σκηνικό, αλλά έναν οργανισμό που αναπνέει μαζί με την παράσταση. Αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει συνολικά τη συνεργασία μας. Ο χώρος δεν λειτουργεί ως φόντο, αλλά ως ένας ισότιμος συνομιλητής της σκηνοθεσίας, των σωμάτων, της μουσικής και του ίδιου του λόγου του Αριστοφάνη εξάλλου όπως λέει και ο Νίκος «Το θέατρο είναι μια εξίσωση ανθρώπων και καταστάσεων που κάποια στιγμή συναντιούνται επί σκηνής”.
4. Τι σημαίνει σκηνογραφικά η ειρήνη; Είναι άδειος χώρος; Είναι αφθονία; Είναι χώμα; Είναι τραπέζι; Είναι φως; Είναι δυνατόν να αποδοθεί χωρίς να γίνει σύμβολο;
Δεν νομίζω ότι η ειρήνη μπορεί να αποδοθεί ως μία συγκεκριμένη εικόνα. Σκηνογραφικά, με ενδιαφέρει περισσότερο να δημιουργούνται οι συνθήκες όπου η ειρήνη μπορεί να υπάρξει, παρά να επιχειρήσω να την απεικονίσω. Ήθελα ο σκηνικός χώρος να αφήνει τη ζωή να εμφανιστεί, χωρίς να την εγκλωβίζει σε μια αλληγορία ή σε μια εύκολη εικονοποίηση.
5. Η παράσταση μοιάζει να κινείται ανάμεσα στο πανηγύρι και την καταστροφή. Πώς κρατήσατε αυτή την ισορροπία σκηνογραφικά;
Νομίζω ότι αυτή η συνύπαρξη είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το έργο. Ο Αριστοφάνης δεν διαχωρίζει ποτέ απόλυτα το κωμικό από το τραγικό· η γιορτή κουβαλά πάντα τη μνήμη της απώλειας και η ελπίδα γεννιέται μέσα από μια συνθήκη κρίσης. Σκηνογραφικά, με ενδιέφερε να μη δοθεί μια μονοσήμαντη εικόνα, αλλά να δημιουργηθεί ένας χώρος που να μπορεί να μετακινείται διαρκώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο καταστάσεις. Άλλωστε, δεν πιστεύω πολύ στις απόλυτες αντιθέσεις. Στο θέατρο, όπως και στη ζωή, οι διαφορετικές ποιότητες συνυπάρχουν. Αυτό που με απασχολεί είναι πώς ένας σκηνικός χώρος μπορεί να χωρέσει αυτή την πολυπλοκότητα, χωρίς να την εξηγεί. Αυτό, άλλωστε, είναι και κάτι βαθιά αριστοφανικό.
6. Υπάρχει κάτι στην Ειρήνη που σας αιφνιδίασε ως σκηνογράφο; Κάτι που στην αρχή φαινόταν απλό και στην πορεία αποδείχθηκε πιο δύσκολο;
Τίποτα δεν είναι απλό!!! Ίσως αυτό που με απασχόλησε περισσότερο, είναι πώς να δημιουργηθεί ένας σκηνικός κόσμος που να μοιάζει φυσικός και αυτονόητος, ενώ στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα πολλών επιλογών και συνεχών αναθεωρήσεων. Αυτή η διαδικασία είναι πάντα απαιτητική, αλλά είναι και ένα από τα πιο δημιουργικά κομμάτια της δουλειάς.
7. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση αυτής της δουλειάς;
Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να βρεθεί η σωστή ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και την ακρίβεια. Η Ειρήνη είναι ένα έργο που ανοίγει διαρκώς τον ορίζοντα, περνά από το γήινο στο φαντασιακό, από τη σάτιρα στην ποίηση. Η σκηνογραφία πρέπει να μπορεί να ακολουθήσει αυτές τις μετατοπίσεις χωρίς να τις περιορίζει.
Παράλληλα, η Επίδαυρος είναι ένας χώρος με τόσο ισχυρή παρουσία, ώστε οφείλεις να τον ακούσεις πριν επιχειρήσεις να του προσθέσεις οτιδήποτε. Ενας τόπος που πρέπει να τον βάλεις μέσα στην εξίσωση της παράστασης.
Η πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι να επιβληθείς στον χώρο, αλλά να συνομιλήσεις μαζί του. Να δημιουργήσεις έναν σκηνικό κόσμο που να υπηρετεί την παράσταση και να ενεργοποιεί τη φαντασία του θεατή, χωρίς να ανταγωνίζεται τη δύναμη του ίδιου του τόπου.
8. Έρχεστε από την αρχιτεκτονική και τη σκηνογραφία, δύο πεδία που σκέφτονται τον χώρο με διαφορετικούς χρόνους: ο ένας πιο μόνιμος, ο άλλος φτιαγμένος για να ζήσει μέσα στην παράσταση. Πώς έχει αλλάξει με τα χρόνια ο τρόπος που αντιλαμβάνεστε τον θεατρικό χώρο;
Η αρχιτεκτονική τροφοδοτεί την σκηνογραφία και η σκηνογραφία την αρχιτεκτονική! Με τα χρόνια αυτό που συμβαίνει, είναι, ότι η σχέση αυτή βαθαίνει… Ο κοινός τόπος είναι ο ΧΩΡΟΣ και το αφήγημα που φτιάχνεται κάθε φορά! Ίσως τελικά αυτό να είναι που με συγκινεί περισσότερο: ότι ένας θεατρικός χώρος, όσο εφήμερος κι αν είναι, μπορεί να αφήσει ένα αποτύπωμα στη μνήμη, εξίσου ισχυρό με έναν χώρο που υπάρχει για πάντα.
9. Στη διαδρομή σας έχετε δουλέψει σε πολύ διαφορετικές κλίμακες και θεσμούς — από μεγάλες σκηνές και αρχαία θέατρα μέχρι πιο κλειστούς, σύνθετους χώρους. Υπάρχει κάποιο είδος πρόκλησης που εξακολουθεί να σας κινητοποιεί περισσότερο;
Δεν νομίζω ότι με κινητοποιεί η κλίμακα του θεάτρου ή ο θεσμός που συνεργάζομαι κάθε φορά όσο η ίδια η συνάντηση με το έργο και τους ανθρώπους του. Κάθε παράσταση θέτει τα δικά της ερωτήματα και ζητά τη δική της γλώσσα. Αυτό είναι που κρατά τη δουλειά ζωντανή…
Φωτογραφία: Σπύρος Χούντας
Η Ειρήνη κατέχει κομβική θέση στο συνολικό έργο του Αριστοφάνη ως άκρως συμφιλιωτική και η πιο αισιόδοξη από τις πολιτικές του κωμωδίες. Παρά τον ισχυρό δεσμό της με την εποχή που τη γέννησε, η κωμωδία παραμένει διαχρονική γιατί φωτίζει έναν μηχανισμό που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα: πολέμους που παρατείνονται εις βάρος των πολλών και προς όφελος λίγων. Η επιμονή του απλού ανθρώπου να διεκδικήσει την ειρήνη, ακόμη και κόντρα στη λογική της εξουσίας, καθιστά το έργο απόλυτα επίκαιρο στον σημερινό κόσμο όπου οι εισβολές, η βία, οι απειλές, η ανασφάλεια και ο κυνισμός εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως αναπόφευκτα.