Η μουσική βιομηχανία όπως τη γνωρίζουμε δεν θα υπήρχε αν ο Κλάιβ Ντέιβις, αυτή η (αμφιλεγόμενη για κάποιους) ακραία επιδραστική φιγούρα της δισκογραφίας δεν είχε ορίσει τα είδη, τα γούστα, τα ονόματα των charts.
Ο Ντέιβις, ένας από τους πλέον επιδραστικούς και οραματιστές μεγιστάνες της μουσικής στην πρόσφατη ιστορία, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών.
Ο θάνατός του επιβεβαιώθηκε από την οικογένειά του στους The New York Times, λίγες εβδομάδες αφότου ο ίδιος είχε νοσηλευτεί σε νοσοκομείο λόγω μιας σοβαρής λοίμωξης του αναπνευστικού.
Φορώντας πάντα τα χαρακτηριστικά φιμέ γυαλιά του, κουβαλώντας την έντονη προφορά του Μπρούκλιν και φορώντας τα άψογα κοστούμια του, ο Ντέιβις έγινε το αχρέτυπο του μουσικού ιμπρεσάριου για επτά δεκαετίες.
Ο άνθρωπος με το «χρυσό αυτί»ανακάλυψε, καθοδήγησε και απογείωσε τις καριέρες ιερών τεράτων της μουσικής, όπως η Γουίτνεϊ Χιούστον, ο Μπάρι Μάνιλοου , οι Earth, Wind & Fire, ο Μπρους Σπρίνγκστιν και η Αλίσια Κις ανάμεσα σε άλλους.
«Ποτέ δεν πίστευα στο να μένεις στάσιμος. Κάθε χρόνος φέρνει νέα μουσική, νέες ιδέες και νέες στιγμές για να περιμένεις με ανυπομονησία. Είμαι ευγνώμων που γιορτάζω περιτριγυρισμένος από οικογένεια, φίλους και την ενέργεια αυτού που μας περιμένει» έγραψε στο τελευταίο post του
«Βρήκα, κατά τύχη, έναν ρόλο για τη μουσική στη ζωή μου που έγινε φυσικό κομμάτι μου και συνειδητοποίησα ότι είχα ένα φυσικό χάρισμα να ανακαλύπτω καλλιτέχνες», είχε δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του το 2022, λίγο πριν κλείσει τα 90 του χρόνια.
«Όλοι αντιμετωπίζουν προκλήσεις, αλλά η σημασία της εργασιακής ηθικής, του να κρατάς τον πήχη ψηλά για το πρότυπο της αριστείας – ένιωθα ότι αυτό ήταν πολύ μεγάλο μέρος της ζωής μου».
Από τη νομική στην κορυφή της Columbia Records
Ο Κλάιβ Τζέι Ντέιβις γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1932 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Έχοντας χάσει και τους δύο γονείς του στην εφηβεία, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU) και στη συνέχεια Νομική στο Χάρβαρντ με πλήρη υποτροφία.
Η είσοδός του στη μουσική βιομηχανία έγινε το 1960, όχι ως κυνηγός ταλέντων, αλλά ως δικηγόρος στο νομικό τμήμα της Columbia Records.
Η επιχειρηματική του οξύνοια —όπως η επιτυχής επαναδιαπραγμάτευση του συμβολαίου του Μπομπ Ντίλαν— τράβηξε την προσοχή των διοικούντων και το 1967 διορίστηκε επικεφαλής της Columbia Records.
Εκεί ξεκίνησε ένα μοναδικό κρεσέντο ανακαλύψεων: Τζάνις Τζόπλιν, Σαντάνα, Μπρους Σπρίνγκστιν, Μπίλι Τζόελ, Chicago, Pink Floyd και Aerosmith ήταν μόνο μερικά από τα ονόματα που υπέγραψαν υπό την καθοδήγησή του.
Παρά την τεράστια επιτυχία, η πορεία του στην Columbia διακόπηκε απότομα το 1973, όταν απολύθηκε εν μέσω ενός οικονομικού σκανδάλου, κατηγορούμενος ότι χρησιμοποίησε εταιρικά κονδύλια για προσωπικά έξοδα -όπως το πάρτι για το μπαρ μίτσβα του γιου του στο ξενοδοχείο Plaza.
Ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες και το 1976 δικαιώθηκε εν μέρει από τον δικαστή, ο οποίος σημείωσε ότι ο Ντέιβις υπήρξε θύμα «αποτρόπαιης δημοσιότητας» που τον συνέδεσε άδικα με παράνομες πληρωμές και το οργανωμένο έγκλημα, με τη μοναδική καταδίκη να αφορά μια μικρή φορολογική παράβαση.
Η απάντηση του Ντέιβις ήταν η δημιουργία της Arista Records το 1974, μιας εταιρείας που διοίκησε μέχρι το 2000 με μυθικά αποτελέσματα.
Η αρχή έγινε με τον Μπάρι Μάνιλοου και το νούμερο 1 hit Mandy (ένα κομμάτι που ο Ντέιβις πήρε από ροκ μπάντα και του άλλαξε τον τίτλο), ενώ ακολούθησαν συνεργασίες με τους The Grateful Dead, την Κάρλι Σάιμον και την Αρίθα Φράνκλιν.
Ωστόσο, η πιο μνημειώδης ανακάλυψη της ζωής του έγινε το 1983, όταν άκουσε για πρώτη φορά τη νεαρή Γουίτνεϊ Χιούστον. Οι δυο τους ανέπτυξαν μια βαθιά, σχεδόν πατρική επαγγελματική σχέση.
Στα απομνημονεύματά του το 2013, The Soundtrack of My Life, ο Ντέιβις εξομολογήθηκε με πόνο ότι παρά τις προσπάθειές του, δεν κατάφερε ποτέ να παρέμβει επιτυχώς για να σταματήσει τον εθισμό της στα ναρκωτικά, με τη Χιούστον να φεύγει από τη ζωή τον Φεβρουάριο του 2012, λίγες ώρες πριν από το καθιερωμένο Pre-Grammy Gala που διοργάνωνε ο ίδιος στο Μπέβερλι Χιλς.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ντέιβις διεύρυνε την αυτοκρατορία του ιδρύοντας τη LaFace Records (με καλλιτέχνες όπως οι TLC, ο Άσερ και η Πινκ) και τη Bad Boy Records μαζί με τον έκπτωτο Σον «Diddy» Κομπς φέρνοντας στα ηχεία τον Notorious B.I.G.
Όταν το 2000 αποχώρησε από την Arista, ίδρυσε τη J Records, συστήνοντας στον κόσμο την Αλίσια Κις και την Τζένιφερ Χάντσον.
Yπόθεση Diddy
Ο Κλάιβ Ντέιβις βρέθηκε αντιμέτωπος με την οργή μετά τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις του σεξουαλικού εγκληματία Σον Diddy Κομπς. Η στενή, μακροχρόνια επαγγελματική τους σχέση, καθώς και σε μια σειρά από θεωρίες συνωμοσίας και φήμες που κυκλοφορούν έντονα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν άφησαν αλώβητο τον μεγιστάνα της δισκογραφίας. Άλλωστε ήταν και αυτός που, όπως λένε πολλοί, τον δημιούργησε.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο Κλάιβ Ντέιβις, ως επικεφαλής της Arista Records, έδωσε στον Diddy τα κεφάλαια και την επιχειρηματική ευκαιρία να ιδρύσει τη δική του θυγατρική εταιρεία, την Bad Boy Records.
Ο Ντέιβις υπήρξε ο απόλυτος μέντορας του Diddy στη μουσική βιομηχανία, χρηματοδοτώντας τα πρώτα του μεγάλα βήματα και στηρίζοντας την άνοδό του στην εξουσία. Λόγω αυτής της στενής συνεργασίας, ορισμένοι επικριτές και χρήστες του διαδικτύου υποστηρίζουν ότι είναι αδύνατον ένας τόσο έμπειρος μεγιστάνας να μην γνώριζε τι συνέβαινε στο περιβάλλον του προστατευόμενού του.
Επιπλέον ο Ντέιβις ήταν διάσημος για το ετήσιο, υπερπολυτελές πάρτι που διοργάνωνε πριν από τα βραβεία Grammy στο ξενοδοχείο Beverly Hilton, όπου συγκεντρωνόταν όλη η ελίτ του Χόλιγουντ.
Μετά τη σύλληψη του Diddy για σωματεμπορία, εκβιασμούς και σεξουαλικά εγκλήματα, πολλά από τα «λευκά πάρτι» (White Parties) και τα «Freak Offs» του Diddy μπήκαν στο μικροσκόπιο των αρχών. Στο διαδίκτυο άρχισαν να κυκλοφορούν θεωρίες που μπλέκουν τα επίσημα πάρτι του Ντέιβις με τα ιδιωτικά, έκλυτα πάρτι του Diddy, υποστηρίζοντας ότι οι δύο άνδρες μοιράζονταν τις ίδιες διασυνδέσεις στην κορυφή της βιομηχανίας.
Στη βιομηχανία του θεάματος υπάρχει συχνά η κατηγορία προς τους παλαιότερους, πανίσχυρους άνδρες της δισκογραφίας ότι λειτουργούσαν ως gatekeepers —ως παράγοντες που προκειμένου να προστατεύσουν τα τεράστια κέρδη των εταιρειών τους, έκαναν τα στραβά μάτια ή συγκάλυπταν τις σκοτεινές και παράνομες συμπεριφορές των χρυσών τους καλλιτεχνών.
Ωστόσο, παρά τις έντονες φήμες, τις θεωρίες συνωμοσίας στο TikTok και το X, και τις δημόσιες επικρίσεις, δεν έχει υπάρξει καμία επίσημη κατηγορία, δικαστική δίωξη ή νομικό στοιχείο από τις ομοσπονδιακές αρχές των ΗΠΑ που να συνδέει τον Κλάιβ Ντέιβις με τις εγκληματικές δραστηριότητες για τις οποίες κατηγορείται ο Diddy. Η εμπλοκή του ονόματός του παραμένει, μέχρι στιγμής, σε επίπεδο φημών και δημόσιας κατακραυγής λόγω της παλιάς τους φιλίας.
Aμφιφυλόφιλος Νεοϋορκέζος
Ο Κλάιβ Ντέιβις, ο οποίος είχε παντρευτεί δύο φορές και είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά, είχε προκαλέσει αίσθηση στην αμερικανική κοινωνία όταν αποκάλυψε στο βιβλίο του ότι ήταν αμφιφυλόφιλος, μιλώντας ανοιχτά για τη σεξουαλική του ρευστότητα.
«Απλώς άνοιξα τον εαυτό μου στον άνθρωπο και όχι στο φύλο», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά στο περιοδικό Rolling Stone.
Μέχρι το τέλος της ζωής του, η καρδιά του παρέμενε δοσμένη στη γενέτειρά του. Τον Αύγουστο του 2021, ήταν ο εγκέφαλος πίσω από το ιστορικό We Love NYC: The Homecoming Concert στο Σέντραλ Παρκ, μια συναυλία-γιορτή για την επιστροφή της πόλης στη normal ζωή μετά την πανδημία.
«Χρωστάω τόσα πολλά στη Νέα Υόρκη», έλεγε. «Η Νέα Υόρκη είναι βουτηγμένη στον πολιτισμό όσο καμία άλλη πόλη και έχει εμπλουτίσει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μου. Θα της είμαι για πάντα υπόχρεος».
Με τον θάνατό του, η μουσική χάνει τον τελευταίο μεγάλο αρχιτέκτονα των σύγχρονων pop και rock ειδώλων.