«Δεν ποινικοποιείται η σκέψη», συνηθίζουμε να λέμε. Είμαστε όμως βέβαιοι γι’ αυτό; Από τον μύθο του Φρανκενστάιν μέχρι τις σύγχρονες δυστοπίες της επιστημονικής φαντασίας τύπου Black Mirror, η ιδέα ότι κάποιος θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στις πιο ιδιωτικές πτυχές του ανθρώπινου νου υπήρξε διαχρονική πηγή γοητείας αλλά και φόβου. Σήμερα, ωστόσο, η συζήτηση αυτή δεν περιορίζεται πλέον στη λογοτεχνία ή τον κινηματογράφο. Μια νέα γενιά καταναλωτικών συσκευών που καταγράφουν εγκεφαλική δραστηριότητα φέρνει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε θεωρητικό: ποιος έχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που παράγει ο ίδιος ο ανθρώπινος εγκέφαλος;
Η νευροτεχνολογία δεν αφορά πλέον μόνο ερευνητικά εργαστήρια ή ιατρικές εφαρμογές για ασθενείς με σοβαρές νευρολογικές παθήσεις. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια νέα αγορά καταναλωτικών συσκευών που υπόσχονται καλύτερη συγκέντρωση, ποιοτικότερο ύπνο, ενίσχυση της παραγωγικότητας ή υποστήριξη στον διαλογισμό. Πίσω από αυτές τις υποσχέσεις βρίσκεται η συλλογή και ανάλυση neural data, μιας κατηγορίας πληροφοριών που πολλοί ειδικοί θεωρούν πως απαιτεί ιδιαίτερη προστασία.
Η υπόθεση που άνοιξε τον δρόμο
Το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιστορικής δικαστικής απόφασης στη Χιλή.
Το 2023 το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας εξέδωσε την πρώτη απόφαση παγκοσμίως που αφορούσε την εμπορική χρήση neural data. Η υπόθεση ξεκίνησε όταν ο γερουσιαστής Γκίντο Χιράρντι χρησιμοποίησε μια συσκευή που διαφημίζεται ως εργαλείο βελτίωσης της συγκέντρωσης, του διαλογισμού και των γνωστικών επιδόσεων.
Κατά τη χρήση της συσκευής διαπίστωσε ότι οι όροι παροχής υπηρεσιών παραχωρούσαν στην εταιρεία που το παράγει μια παγκόσμια, αμετάκλητη και διαρκή άδεια αξιοποίησης των δεδομένων που παρήγαγε η εγκεφαλική του δραστηριότητα. Παράλληλα, τα δεδομένα αυτά αποθηκεύονταν στο υπολογιστικό νέφος της εταιρείας και ο ίδιος δεν μπορούσε να αποκτήσει ελεύθερη πρόσβαση ή να τα εξαγάγει χωρίς πρόσθετες υπηρεσίες.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η πρακτική αυτή παραβίαζε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην ψυχική ακεραιότητα. Στην απόφασή του υπογράμμισε ότι δεδομένα που συλλέγονται για έναν συγκεκριμένο σκοπό δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται διαφορετικά χωρίς τη γνώση και τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη.
Ως αποτέλεσμα, διέταξε τη διαγραφή των δεδομένων του Χιράρντι και απαγόρευσε την πώληση της συσκευής στη Χιλή έως ότου αναθεωρηθούν οι πολιτικές προστασίας προσωπικών δεδομένων της εταιρείας. Η συσκευή, πάντως, εξακολουθεί να διατίθεται σε άλλες χώρες.
Οι νόμοι προσπαθούν να προλάβουν την τεχνολογία
Η υπόθεση της Χιλής αποτέλεσε σημείο αναφοράς, αλλά τα ερωτήματα που ανέδειξε παραμένουν ανοιχτά σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στις ΗΠΑ, οι πολιτείες της Καλιφόρνιας και του Κολοράντο υιοθέτησαν το 2024 τις πρώτες νομοθετικές ρυθμίσεις που αναφέρονται ειδικά στα neural data. Παράλληλα, αρκετές ακόμη πολιτείες εξετάζουν αντίστοιχα μέτρα.
Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, οι γερουσιαστές Τσακ Σούμερ, Μαρία Κάντγουελ και Εντ Μάρκεϊ ανακοίνωσαν το 2025 την πρόθεσή τους να προωθήσουν το Mind Act, την πρώτη σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας ενός ειδικού ρυθμιστικού πλαισίου για τη βιομηχανία της νευροτεχνολογίας.
Μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων
Η παραπάνω εταιρεία δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί ένας ολόκληρος κλάδος γύρω από τις συσκευές καταγραφής εγκεφαλικής δραστηριότητας.
Άλλες αντίστοιχες εταιρείες προωθούν προϊόντα που σχετίζονται με τον διαλογισμό και τον ύπνο, ενώ άλλες απευθύνονται κυρίως σε επαγγελματίες της τεχνολογίας και προγραμματιστές που επιδιώκουν μεγαλύτερη συγκέντρωση κατά την εργασία τους.
Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για μια αγορά που μέσα στην επόμενη δεκαετία θα ξεπεράσει τα 55 δισεκατομμύρια δολάρια, προσελκύοντας σημαντικές επενδύσεις και έντονο επιχειρηματικό ενδιαφέρον.
Οι περισσότερες από αυτές τις συσκευές χρησιμοποιούν ηλεκτροεγκεφαλογραφία (EEG), καταγράφοντας την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου μέσω αισθητήρων που τοποθετούνται στο κεφάλι. Ορισμένες συνδυάζουν την καταγραφή αυτή με άλλες βιομετρικές πληροφορίες, όπως καρδιακούς παλμούς ή φυσιολογικές αντιδράσεις του οργανισμού.
Γιατί τα neural data είναι διαφορετικά
Η εμφάνιση των πρώτων fitness trackers και έξυπνων ρολογιών έφερε μια νέα πραγματικότητα γύρω από τα προσωπικά δεδομένα υγείας. Ωστόσο, οι πληροφορίες που προέρχονται από τον εγκέφαλο θεωρούνται από πολλούς ειδικούς ποιοτικά διαφορετικές.
Τα neural data μπορούν δυνητικά να αποκαλύψουν πρότυπα προσοχής, επίπεδα άγχους, συναισθηματικές αντιδράσεις ή γνωστικές λειτουργίες που ο ίδιος ο χρήστης ίσως να μην αναγνωρίζει πλήρως. Γι’ αυτό και αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως άλλες κατηγορίες προσωπικών πληροφοριών.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Λουντ, που εξετάζουν το θέμα μέσα από τη συνεργασία νομικών, νευροεπιστημόνων, γιατρών, οικονομολόγων και ειδικών στη βιοηθική, επισημαίνουν ότι οι περισσότερες νομοθεσίες εξακολουθούν να μην έχουν σαφή απάντηση για το πώς πρέπει να προστατεύονται αυτά τα δεδομένα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, τα σήματα του εγκεφάλου θα μπορούσαν να θεωρηθούν βιομετρικά ή δεδομένα υγείας και να υπαχθούν στις αυξημένες εγγυήσεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. Όταν όμως οι σχετικές συσκευές πωλούνται ως προϊόντα ευεξίας και όχι ως ιατρικά εργαλεία, δημιουργείται μια γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη νομοθεσία περί υγείας, την προστασία καταναλωτή και τους κανόνες περί προσωπικών δεδομένων, επισημαίνουν οι ερευνητές Αλμπέρτο Ρινάλντι και Γιόχαν Μόρτενσον σε σχετική δημοσίευσή τους.
Ποιος ελέγχει τα δεδομένα του νου;
Τα βασικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Τι ακριβώς αποδέχεται ένας χρήστης όταν συμφωνεί με τους όρους χρήσης μιας συσκευής καταγραφής εγκεφαλικής δραστηριότητας; Για πόσο χρονικό διάστημα μπορούν να αποθηκεύονται αυτά τα δεδομένα; Μπορούν να μεταβιβαστούν σε τρίτους ή να χρησιμοποιηθούν για την εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης; Θα μπορούσαν κάποτε να αξιοποιηθούν από διαφημιστικές εταιρείες ή ασφαλιστικούς οργανισμούς;
Η υπόθεση της Χιλής έδειξε ότι τουλάχιστον σε μία περίπτωση neural data διατηρήθηκαν για ερευνητικούς σκοπούς χωρίς ο χρήστης να έχει ουσιαστική εικόνα για το τι ακριβώς συλλεγόταν και γιατί.
Σε αντίθεση με έναν κωδικό πρόσβασης ή μια τραπεζική κάρτα που μπορούν να αντικατασταθούν αν παραβιαστούν, τα δεδομένα που παράγει ο εγκέφαλος είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το άτομο που τα δημιουργεί. Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται, μπορούν να αποκαλύπτουν ολοένα περισσότερες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και αντιδρούμε στον κόσμο γύρω μας.
Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από τη νευροτεχνολογία δεν αφορά μόνο την καινοτομία ή την επιχειρηματικότητα. Αφορά τα όρια της ιδιωτικότητας σε μια εποχή όπου ακόμη και ο ανθρώπινος νους αρχίζει να μετατρέπεται σε πηγή δεδομένων.
*Με πληροφορίες από: The Conversation, Kεντρική Εικόνα: Black Mirror