Παρασκευή 03 Απριλίου 2026
weather-icon 17o
Γιάννης Αποστολάκης: Τι περίεργο πράμα που ήταν αυτός ο άνθρωπος

Γιάννης Αποστολάκης: Τι περίεργο πράμα που ήταν αυτός ο άνθρωπος

Παράδοξη και αντιθετική ψυχοτροπία

Όταν διάβασα και την τελευταία σελίδα κ’ έκλεισα το βιβλίο του Γιάννη Αποστολάκη «Το κλέφτικο τραγούδι, το πνεύμα κ’ η τέχνη του» —έκδοση μεταθανάτια που τώρα τελευταία είδε το φως— οι σκέψεις και τα αισθήματά μου είχαν κάτι το θολό και το ακαθόριστο. Μου είνε πολύ δύσκολο να μεταδώσω με ακρίβεια τη γενική μου εντύπωση. Θαυμασμός, χωρίς άλλο, αλλά και δυσφορία μαζί, δυσφορία που ωρισμένη στιγμή έφτανε ως την οργή και την αγανάκτηση. Τι περίεργο πράμα που ήταν αυτός ο άνθρωπος. Αλλόκοτη σύνθεση υλικών, παράδοξη και αντιθετική ψυχοτροπία.

Πλάι σε μια πνευματική καλλιέργεια όχι την τυχούσα και στην κριτική του ματιά, που ασφαλώς ξεπερνούσε τα κοινά μέτρα, είχε κ’ ένα πείσμα τυφλό, ένα φανατισμό γεμάτον κακία, που πολλές φορές τον έκανε βάρβαρο και μικρόψυχο. Η φυσική ευαισθησία του απέναντι στις καλλιτεχνικές και ειδικώτερα στις ποιητικές αξίες δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, όπως και το πάθος του για ό,τι πίστευε αληθινό και ωραίο. Όμως κοντά σ’ αυτές τις αρετές είχε και μια στενότητα καρδιάς που πολύ συχνά τον εξωθούσε στο μίσος και στην αδικία. Ήτανε ικανός για ασυνήθιστες πνευματικές εξάρσεις: νοήματα υψηλά και εκφράσεις καθαρές και χυμώδεις, γεμάτες λεπτότητα και ευγένεια. Μπορούσε όμως να είνε και κακόπιστος, χυδαίος στις επιθέσεις και στους διασυρμούς του. Τότε η γλώσσα του έσταζε φαρμάκι. Ο σαρκασμός του γινότανε δριμύς, πικρός, αδυσώπητος.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 28.9.1950, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ασφαλώς δεν ήτανε απ’ αυτούς που λέμε «ισορροπημένους» τύπους, ανθρώπους του μέτρου. Δεν θέλω με αυτό να ισχυρισθώ ότι ήταν ψυχικά άρρωστος. Και αυτό το είπαν, ακόμη και το έγραψαν μερικοί, όταν πέθανε. Προσωπικά δεν τον εγνώριζα από τόσο κοντά, ώστε να βεβαιώσω ή να διαψεύσω υπεύθυνα μια τέτοια διάγνωση. Τις εντυπώσεις μου έχω σχηματίσει από την ανάγνωση των βιβλίων του, γιατί λίγες φορές εκουβέντιασα μαζί του. Δεν υποστηρίζω λοιπόν πως ήταν ψυχασθενής, αλλά μόνον ότι ο ψυχικός του κόσμος ήταν γεμάτος από βαθειές αντιθέσεις. Άλλοτε ξεχώριζε με τον «πλούτο» του πνεύματός του και προκαλούσε το θαυμασμό, κι’ άλλοτε πάλι παρουσίαζε μιαν απίστευτη για το μέγεθός της «πενία» καρδιάς, που μοιραία ξεσήκωνε τριγύρω του την αντιπάθεια και την αποστροφή.

Για την αξία του τελευταίου του βιβλίου, καθώς και για τις απορίες που γεννούν στο πνεύμα του στοχαστικού αναγνώστη η μέθοδος και τα ευρήματά του, έχει γράψει τώρα τελευταία σ’ αυτήν εδώ τη στήλη ο κ. Κ. Θ. Δημαράς με τον γνωστό έγκυρο και «ζυγισμένο» του τρόπο. Δεν πρόκειται λοιπόν ν’ ασχοληθώ κ’ εγώ με το θέμα τούτο. Περισσότερο από το περιεχόμενο της μελέτης του μ’ ενδιαφέρει ο άνθρωπος που την έγραψε. Κι’ επειδή ο άνθρωπος αυτός δεν ήτανε καθόλου τυχαίος, απ’ εναντίας είνε ένας τύπος αντιπροσωπευτικός για την εποχή του και για ωρισμένα πνευματικά και ηθικά κινήματά της, αξίζει, νομίζω, να τον μελετήσει κανείς με εντελώς ιδιαίτερη προσοχή.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 28.9.1950, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Όπως ο ίδιος αδίκησε πολλούς, έτσι και πολλοί τον αδίκησαν όταν μέσα στο έργο του είδαν κ’ εξακολουθούν ακόμη να βλέπουν μόνο την ανοικτίρμονα (σ.σ. ανελέητη) και στείραν άρνηση. Τι είδους καθηγητής της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είνε αυτός —έλεγαν— που αρνιέται την ύπαρξη Νεοελληνικής Λογοτεχνίας; Που περιφρονεί τον Κάλβο, απορρίπτει τον Βαλαωρίτη και τον Κρυστάλλη, χλευάζει τον Παλαμά, εξοβελίζει τον Γρυπάρη και τον Μαλακάση, δεν θέλει ούτε ν’ ακούση το όνομα του Καβάφη; Ακριβώς όμως αυτή είνε η ιδιορρυθμία που υπάρχει και στον χαρακτήρα και στο κριτικό έργο του Αποστολάκη. Δεν θέλησε να είνε ούτε ιστορικός, ούτε φιλόλογος ερευνητής της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αλλά προφήτης και δεοντολόγος και νομοθέτης της. Δεν ανάλαβε να διδάξη με τα γραπτά και τον προφορικό λόγο ποια πραγματικά είνε και πώς ιστορικά διαμορφώθηκε η νεοελληνική ποίηση, αλλά ποια πρέπει να είνε. Για τούτο αναζήτησε τα μεγάλα και άξια πρότυπα: το Δημοτικό Τραγούδι και τον Διονύσιο Σολωμό, και αυτά τα ύψωσε, τα έστησε στήλες ανέσπερου (σ.σ. άσβεστου) φωτός, για να δείχνουν τον δρόμο τον σωστό που πρέπει ν’ ακολουθήσωμε όλοι για ν’ αναμορφώσωμε και να εξυγιάνωμε όχι μόνο την τέχνη, αλλά και τη ζωή μας. Για να ξαναβρούμε τα χαμένα μέσα στη σημερινή οίηση και σύγχυση ίχνη των «πατέρων», να ξαναδέσωμε τα νήματα που θα μας ενώσουν με την μεγάλη παράδοση του Έθνους, και δυναμωμένοι από την πανάρχαιη ιστορικήν ορμή και πείρα του να ξεκαθαρίσωμε το νόημα του χρέους μας, να εξυγιάνωμε και ν’ ανακαινίσωμε μαζί με τον εσώτερο εαυτό μας και τον πνευματικό μας πολιτισμό.

Αυτόν τον αγώνα έβαλε σκοπό της ζωής του ο Αποστολάκης. Αγώνα όχι επιστημονικό ούτε λογοτεχνικό, αλλά κατά πρώτο και κύριο λόγο ηθικό. Εάν δεν προσέξωμε αυτή τη διάκριση, ούτε το έργο του θα καταλάβωμε, ούτε θα εξηγήσωμε τον χαρακτήρα του. Το αισθάνεσαι σε κάθε σελίδα βιβλίου του —στο τελευταίο μάλιστα πολύ καθαρώτερα από τα άλλα— ότι ο Σολωμός και το Δημοτικό Τραγούδι δεν είνε γι’ αυτόν κείμενα για φιλολογικήν ανάλυση, αλλά υποδείγματα πνευματικά και μέτρα ζωής. Δεν τα μελετάει για να τα διαφωτίση, αλλά για να μετρήση μ’ αυτά εμάς και την εποχή μας και να μας βρη φυσικά… σκάρτους. Χωρίς αίμα και παλληκαριά και εσωτερικήν ελευθερία. Ψευτομορφωμένους ανθρώπους του χαρτιού και της πέννας, αρρωστημένους από τον αισθηματισμό και τον κούφιο λόγο, ψόφιους που φλυαρούμε και χειρονομούμε για να πείσωμε και τον εαυτό μας και τους άλλους πως είμαστε ζωντανοί — κάτι παραπάνω: σπουδαίοι.

[…]


Πηγή: «Γιάννης Αποστολάκης» (έκδοση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2022)

Όταν τα πρότυπα που διαλέγεις τα στήνεις τόσο υψηλά, είναι πολύ φυσικό όλους να τους βρης κατώτερους, μικρούς και ασήμαντους. Από μίαν άποψη ωφελείς, έτσι καθώς τεντώνεις απαιτητικός και άτεγκτος τα μέτρα σου. Μοιραία όμως γίνεσαι σκληρός πολύ και κακός και άδικος, αφού με το κεφάλι στραμμένο προς ένα ιδανικό που επίτηδες το έφτιαξες απροσπέλαστο, δεν μπορείς πια ούτε να καταλάβης ούτε να εκτιμήσης σωστά τα γύρω σου πρόσωπα και πράγματα. Όσο μάλιστα φουντώνει μέσα σου το πάθος, τρεφόμενο από την ίδια τη φωτιά του, και αλύπητα χτυπάς εδώ κ’ εκεί για να προστατέψης τους θεούς σου από τα χέρια που υποπτεύεσαι· όσο ακόμη ακούς τους άλλους να διαμαρτύρωνται και να σου επιτίθενται με σκαιότητα για τις σκληρές επικρίσεις και τους ανοικτούς χλευασμούς σου, τόσο σε παίρνει ο κατήφορος, εκτροχιάζεσαι σιγά-σιγά, χωρίς να το αντιληφθής, και στο τέλος γίνεσαι εσύ ο υψηλόφρων και ένθεος νομοθέτης ένας φανατικός και βάναυσος αρνητής. Έτσι, νομίζω, μπορεί κατά μέγα μέρος να εξηγηθή η περίπτωση Αποστολάκη. Προ πάντων έτσι εξηγείται η απίθανη για τις πνευματικές και ηθικές διαστάσεις του ανθρώπου ικανότητά του να διαστρέφη και να διασύρη πρόσωπα και γεγονότα από τα πιο σημαντικά του πολιτικού και του πνευματικού μας βίου.

[…]


Η δικαιοσύνη απαιτεί ν’ αναγνωρίσωμε ότι με τον Αποστολάκη μια ταραγμένη και γόνιμη περίοδος της μικρής πνευματικής μας ιστορίας έκανε ένα σοβαρό, αποφασιστικό βήμα προς την αυτοσυνείδηση και την αυτοκριτική, προς την αυτεξυγίανσή της. Αυτό δεν είναι μικρό κατόρθωμα, και είναι φυσικό να του χαρίζη θέση ξεχωριστή μέσα στα νεοελληνικά γράμματα. Αλλά και η δικαιοσύνη πάλι απαιτεί να παραδεχτούμε ότι ο Αποστολάκης υπήρξε συγχρόνως και ένας πικρός άνθρωπος που με το φανατισμό του αδίκησε και τους άλλους και τον ίδιο τον εαυτό του.

Ο ψυχογράφος θα μπορούσε εδώ να ειπή πολλά πράγματα. Συνήθως πικρός είνε ο πικραμένος άνθρωπος, ο απογοητευμένος όχι μόνο από τους άλλους αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό του. Θέλομε να γίνωμε ανοικτίρμονες προς εμάς τους ίδιους (γιατί τους ζυγίζομε με το μέτρο του ιδανικού και τους βρίσκομε λειψούς) και για τούτο δεν δείχνομε επιείκεια προς τους άλλους. Κανείς ποτέ δεν ξέρει πόση ατομική τραγωδία κρύβεται πίσω από τον άδικο και τον σκληρό, τι πόνος υπάρχει πίσω από τον φανατικό αρνητή και τον ανελέητο χλευαστή. Ο πικρός προς τους άλλους έχει ήδη βαθειά πικράνει τον εαυτό του. Με αυτό το ακριβό τίμημα εξαγοράζει τα μίση και τις κακίες του. Ας του συγχωρήσωμε λοιπόν τη μικροψυχία, και όταν τον μνημονεύωμε, ας θυμόμαστε μόνο την προσφορά του. Και του Αποστολάκη η προσφορά στην πνευματική μας ζωή δεν ήταν καθόλου μικρή.

*Κείμενο του εξέχοντος παιδαγωγού, φιλοσόφου και δοκιμιογράφου Ευάγγελου Παπανούτσου (1900-1982), που έφερε τον τίτλο «Ο πικρός» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 1950.


Ο Ευάγγελος Παπανούτσος

Ο καλαματιανής καταγωγής φιλόλογος, κριτικός λογοτεχνίας και πανεπιστημιακός δάσκαλος Γιάννης Αποστολάκης γεννήθηκε στα Φιλιατρά Μεσσηνίας το 1886 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 1947, σε ηλικία μόλις 61 ετών.


Ο Αποστολάκης σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου ασπάστηκε το δημοτικισμό.


Εργάστηκε αρχικά ως καθηγητής φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση, και το 1918 αποσπάστηκε στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1926, με την ίδρυση του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, εξελέγη καθηγητής στην έδρα της Νεοελληνικής Φιλολογίας, την πρώτη που θεσμοθετήθηκε σε ελληνικό πανεπιστήμιο.


Το μείζον έργο του Αποστολάκη, Η ποίηση στη ζωή μας, εκδόθηκε το 1923. To σύγγραμμά του Το κλέφτικο τραγούδι, το πνεύμα κ’ η τέχνη του, στο οποίο αναφέρεται ανωτέρω ο Παπανούτσος, εκδόθηκε μετά το θάνατό του, το 1950, από την «Εστία».

Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Γιάννης Αποστολάκης διά χειρός του αλεξανδρινού καλλιτέχνη Ανατολή Λαζαρίδη (πηγή: Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, ΙΙΕ/ΕΙΕ).

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: in@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Παρασκευή 03 Απριλίου 2026
Απόρρητο