Μόνο απαρατήρητος δεν πέρασε στο εσωτερικό της ΝΔ, τόσο ο τρόπος με τον οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης έβαλε επισήμως το κόμμα του (και κατ’ επέκτασιν και τη χώρα) σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, όσο και η συγκυρία που επέλεξε να το κάνει. Και αυτό γιατί, όπως «γαλάζια» στελέχη σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις σημειώνουν, έτσι όπως το έκανε, ουσιαστικά «έκαψε» μόνος του τη συνταγματική αναθεώρηση που ο ίδιος είχε εκκινήσει. Και, όπως σημειώνουν επίσης, στην πραγματικότητα επιβεβαίωσε ότι την έριξε στο τραπέζι με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει απλώς ως προεκλογικό χαρτί.

Και τα στελέχη αυτά της ΝΔ εξηγούνται: Δε μπορείς -λένε- τη μία εβδομάδα να ζητάς συναινέσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, προκειμένου να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα και την επόμενη εβδομάδα να στρέφεσαι εναντίον τους και να τα απαξιώνεις με τόσο σφοδρό τρόπο και με τόσο πολωτικά διλήμματα που κινούνται στη λογική «Μητσοτάκης ή χάος» ή «εγώ και οι άλλοι», όπου το «εγώ» παρουσιάζεται ως εγγύηση σταθερότητας και ασφάλειας, ενώ οι «άλλοι» ουσιαστικά ως εκπρόσωποι του «χάους».

Σκληρά διλήμματα

Υπενθυμίζεται ότι στην κοπή της πίτας της Γραμματείας Οργανωτικού της ΝΔ, ο πρωθυπουργός συγκεκριμένα θέλησε να πει ότι «ένα θα είναι και τότε στις εκλογές του 2027 το κεντρικό ερώτημα, στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες: Θα παραμείνει η Ελλάδα ασφαλής, ισχυρή και σταθερή σε μια τροχιά προόδου ή θα ρισκάρει τις κατακτήσεις της για να μετατραπεί σε ένα ακυβέρνητο καράβι μέσα σε αχαρτογράφητα διεθνή νερά; Θα επιλέξουμε και πάλι το δρόμο των αποτελεσμάτων, των έργων, το δρόμο της συνέπειας ή το γεμάτο παγίδες μονοπάτι των πειραματισμών; Αιχμάλωτοι μιας κατακερματισμένης κομματικής σκηνής που οδηγεί τελικά μόνο προς τα πίσω και μόνο προς τα κάτω;».

Και εξαπέλυσε σκληρή επίθεση στην αντιπολίτευση, λέγοντας ότι «απέναντί μας έχουμε μία αλλοπρόσαλλη αντιπολίτευση από κόμματα που ενώ αδυνατούν να μιλήσουν μεταξύ τους, δε μπορούν να συνεννοηθούν, ξέρουν τι δε θέλουν, όχι τι θέλουν, ενώνονται μόνο κατά της κυβέρνησης» και είχε κάνει λόγο «για ένα πολιτικό σκηνικό ανάξιο της συγκυρίας, όπου ο χυδαίος λαϊκισμός συμπλέει με τον δογματισμό», για να κατηγορήσει την αντιπολίτευση για «διαβολή, ψέμα, καταστροφολογία» και για «γκρίζο μιας μίζερης γκρίνιας», που κατά τον κ. Μητσοτάκη «είναι το χρώμα των δικών τους αδιεξόδων, με το οποίο επιχειρούν να τυλίξουν ολόκληρη τη χώρα».

Η σκοπιμότητα

Τα ίδια «γαλάζια» στελέχη επισημαίνουν ότι θα μπορούσε ο πρωθυπουργός να περιμένει μέχρι τον Απρίλιο ή όποτε ολοκληρωθεί η διαδικασία για τη συνταγματική αναθεώρηση, και εφόσον εκεί δεν βρει συναινέσεις από την αντιπολίτευση, τότε να παίξει το χαρτί του «Μητσοτάκης ή χάος», το οποίο θεωρούν ότι έτσι θα γινόταν πιο πειστικό. Αντιθέτως πιστεύουν πως το γεγονός ότι σπεύδει να παρουσιάσει τώρα αυτό το αφήγημα, ουσιαστικά ξεγυμνώνει -όπως λένε- την πραγματική σκοπιμότητα πίσω από τη συνταγματική αναθεώρηση, που δεν ήταν η αναζήτηση συναινέσεων για την αλλαγή του Συντάγματος, αλλά η αξιοποίηση της διαδικασίας αυτής για προεκλογικούς σκοπούς.

Άλλωστε και μόνο η επιλογή του πρωθυπουργού να κηρύξει, εν μέσω της διαδικασίας για τη συνταγματική αναθεώρηση, την έναρξη μιας μακράς προεκλογικής περιόδου (που εκ της φύσεώς της προωθεί τους κομματικούς ανταγωνισμούς σε βάρος των όποιων συναινέσεων), θεωρείται από κάποιους δηλωτική των πρωθυπουργικών στοχεύσεων γύρω από αυτήν.

Οι ίδιες «γαλάζιες» φωνές, σημειώνουν ότι η συνταγματική αναθεώρηση και ό,τι ο πρωθυπουργός θα ονομάζει ως «μεταρρύθμιση», θα  χρησιμοποιείται από τον ίδιο, στην προσπάθειά του να απευθυνθεί σε κεντρογενή ακροατήρια, ενώ ταυτόχρονα θα στρίβει το καράβι δεξιά, επιχειρώντας να επαναπροσεγγίσει το κομμάτι εκείνο της παραδοσιακής βάσης της ΝΔ που αισθάνεται σήμερα εξαιρετικά αποκομμένο από την κυβέρνηση και να ανακόψει τις διαρροές ψηφοφόρων στα δεξιά του.

Σε κάθε περίπτωση, τα στελέχη αυτά της ΝΔ, με βάση την προώθηση των παραπάνω σκληρών διλημμάτων ως κεντρικό προεκλογικό αφήγημα της κυβέρνησης και την επίθεση αυτή στην αντιπολίτευση, βλέπουν ότι ο πρωθυπουργός, με τη συγκεκριμένη του εμφάνιση, ουσιαστικά επέλεξε να εγκαινιάσει ένα κλίμα οξείας πόλωσης και τοξικότητας με το οποίο θα πορευτούμε στο δρόμο προς τις εκλογές.