Είναι μεσημέρι Δευτέρας, μερικές ώρες μετά τον εκλογικό σεισμό της 21ης Μαΐου. Στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, οι στάσεις των λεωφορείων φιλοξενούν ακόμη τις προεκλογικές αφίσες των πολιτικών αρχηγών. Λίγα μέτρα από τα ιστορικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ, σε ένα τραπέζι στη «Σουσουράδα», Μαυρομιχάλη και Βαλτετσίου γωνία, έχω απέναντί μου τον Τάκη Καλαντίδη, τον «τεχνίτη» στον οποίο ο «αρχιτέκτονας» της Αλλαγής, Κώστας Λαλιώτης, ανέθεσε το ’81 το επικοινωνιακό οικοδόμημα του «Συμβολαίου με τον Λαό», του νικηφόρου προγράμματος του ΠΑΣΟΚ που το οδήγησε στον εκλογικό θρίαμβο του 48,07%, μέσα από τις 21 θρυλικές αφίσες για τις οποίες χρησιμοποιήθηκε μια μεικτή τεχνική φωτογραφίας και λαϊκής ζωγραφιάς. Ανυπομονώ να μάθω την ιστορία πίσω από τον τρόπο που γεννήθηκε καθεμία από τις αφίσες με το σύνθημα «Ο λαός θέλει, το ΠΑΣΟΚ μπορεί». Να ρωτήσω ποιοι είναι όλοι αυτοί που πρωταγωνιστούν στις αφίσες, που έμειναν για πάντα νέοι στους τοίχους χιλιάδων φίλων του ΠΑΣΟΚ που τις έκαναν κάδρα. Να μάθω από ποιο βουνό ανέτειλε ο ήλιος της πρώτης αφίσας με τον Ανδρέα Παπανδρέου να ατενίζει το μέλλον. Τώρα που τα έμαθα όλα και θα σας τα διηγηθώ, μπορώ να πω πως η συνάντηση με τον Τάκη Καλαντίδη ήταν σαν τις ταινίες εκείνες που ενώ τις έχεις ξαναδεί και ξέρεις το τέλος, τις παρακολουθείς ξανά και ξανά με την ίδια αγωνία.

Αλλά πριν απ’ όλα, ας μιλήσουμε… (όπως έλεγαν και οι δημοφιλείς αφίσες του για το ΠΑΣΟΚ το ’85)… για εκείνον. Τον άνθρωπο που γεννήθηκε το 1947 στις Σέρρες, το προπύργιο του «καραμανλισμού», και που με τη δημιουργικότητά του χάρισε στην «αντίπαλη» παράταξη τη νίκη με μια καμπάνια-σταθμό που διδάσκεται στα πανεπιστήμια αποτελώντας σημείο αναφοράς έως τις μέρες μας ως τον πρώτο πυρήνα αυτού που πλέον αποκαλούμε «Πολιτική Επικοινωνία». «Γιατί μικρό σάς φώναζαν «ζωγράφο»;» τον ρωτώ. «Ο πατέρας μου ήταν εφημεριδοπώλης. Κάθε μέρα παρακολουθούσα τις διαφημίσεις. Θυμάμαι στο νηπιαγωγείο ήταν να ζωγραφίσουμε στον πίνακα ένα μήλο. Ολα τα παιδιά έκαναν το μήλο και αποτύγχαναν. Εγώ το έβλεπα από κάτω και το ένιωθα ότι θα το κάνω. Και φώναζα «κυρία, κυρία», και, τελοσπάντων, με σήκωσε και σχημάτισα ένα μήλο, το έκανα ακριβώς όπως έπρεπε να είναι». Με τη διαδικασία του φαγητού να έχει μπει σε «παύση», απολαμβάνω τις διηγήσεις του, με μουσικό χαλί τις κλασικές νότες που ρέουν στον χώρο από τα ηχεία. Για το «δύσκολο» καλοκαίρι του ’65, όταν κατέβηκε στην Αθήνα και βρέθηκε να σπουδάζει Σχέδιο, Γραφικές Τέχνες και Διαφήμιση στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο – Σχολή Δοξιάδη. Και ύστερα, το άλλο «δύσκολο» καλοκαίρι του ’67, που τον βρήκε στην οδό Δημοκρίτου, πάνω από το «Desire», στην «ABC» να ξεκοκαλίζει βιβλία διαφήμισης από την Αμερική. Εκεί συναντήθηκε με τον «κειμενογράφο των κειμενογράφων», όπως αποκαλεί τον Κώστα Γκόμπλια, ο οποίος το ’77 άνοιξε το «ΗΟΤ SHOP» και του πρότεινε να συνεργαστούν. «Κάναμε σπουδαία πράγματα. Ο Κώστας έβγαινε με το κείμενο από αριστερά και εγώ απαντούσα με το σχέδιο από δεξιά».

Προσπαθεί να μου περιγράψει το προσωπικό του ύφος. «Επαιζα με γράμματα δυνατά και αδύνατα, μεγάλα και μικρά. Μέσα σε αυτό ανέπνεε ο τίτλος, υπήρχε μια οπτική φρεσκάδα, μπορούσε ο αναγνώστης να το παρακολουθήσει και έτσι οι καταχωρίσεις έλαμπαν». Ωριμότερος πλέον, το ’80 ανοίγει γραφείο στη Σπευσίππου. Εκεί ήταν όταν… «Οταν», επαναλαμβάνει γελώντας, «μου τηλεφώνησε το ’81 ο Σπύρος ο Μάνδρος, ένας εκπληκτικός κειμενογράφος, που, έχοντας δει δουλειά μου, με ρώτησε αν είχα τη διάθεση να συμμετέχω στην προεκλογική καμπάνια του ΠΑΣΟΚ. Ηταν Ιούλιος. Φυσικά, δέχτηκα. Και κάποια στιγμή κλείστηκε το ραντεβού και συνάντησα πρώτη φορά τον Κώστα Λαλιώτη στη Χαριλάου Τρικούπη. Ηταν ένας πολύ δυναμικός άνθρωπος, ενθουσιώδης, τολμηρός, με ωραίες απόψεις. Μου ανέθεσε να εκφράσω δημιουργικά το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Μου έδωσε ένα «τούβλο» από ομιλίες, συνεντεύξεις, το «Συμβόλαιο με τον Λαό»» («το γνήσιο» σχολιάζω και χαμογελά). «Η αλήθεια είναι», συνεχίζει, «ότι γοητεύτηκα από το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Νόμιζα ότι πραγματικά εκεί ήταν γραμμένα όλα τα όνειρα της χώρας. Το θέμα μου ήταν πώς να φτάσω αυτό το μήνυμα στον κάθε πολίτη με τρόπο κατανοητό. Δούλεψα όλο το καλοκαίρι, στο γραφείο και από το σπίτι. Το ίδιο το πρόγραμμα με οδήγησε να κάνω προσχέδια για κάθε τομέα ξεχωριστά. Μετά βρεθήκαμε με τον Μάνδρο και αρχίσαμε να παντρεύουμε τα λόγια με την εικόνα. Ετσι φτάσαμε στις 15-17 Αυγούστου να παρουσιάσουμε αυτές τις σκέψεις στον Λαλιώτη».

Αναρωτιέμαι αν η ιδέα του, να βάλει τους ανθρώπους να πρωταγωνιστούν στις συγκεκριμένες αφίσες – κόντρα στους τότε κανόνες που ήθελαν το πρόσωπο του πολιτικού αρχηγού -, ήταν για να δώσει σάρκα και οστά στο σύνθημα «Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία». «Βασικά», απαντά, «ήθελα να στείλω μια διάθεση ονείρου στην αφίσα, αυτό που ο καθένας θα ήθελε να είναι. Ενα ακόμη εύρημα που εφαρμόσαμε ήταν το εξής: βάζαμε τον τίτλο επάνω, που ήταν πολύ δυνατός, και με μικρότερα γράμματα έναν υπότιτλο ο οποίος έλεγε το μυστικό της εικόνας. Αν διάβαζες τα μικρά γράμματα, θα μάθαινες τη λύση αλλά θα είχες ταυτιστεί κιόλας με την αφίσα». «Και τι είπε ο Λαλιώτης;» ρωτώ. «Οταν φτάσαμε στον Λαλιώτη, τις είχαμε τελειώσει, αλλά ήταν σε μορφή ζωγραφιάς». «Είχατε άγχος αν θα του αρέσουν;» αναρωτιέμαι με παιδική αγωνία. «Οχι, δεν είχα καθόλου άγχος» μου απαντά με νηφάλια ωριμότητα και γελάμε. «Απλώς ήταν εκείνος που θα έκρινε αν θα προχωρούσαν. Εγώ όμως είχα μέσα μου έναν ενθουσιασμό ότι θα αρέσουν. Το καταλαβαίνω, έχω ένα ένστικτο, μια φωνούλα που με οδηγεί. Και όταν με ταράζει αυτό το συγκεκριμένο συναίσθημα ξέρω ότι η δουλειά είναι καλή. Αυτό το ένιωθα τότε».

Η σημασία της αφίσας

Πρώτη ήταν η αφίσα με τον Αρχηγό. «Δεύτερη ήταν αυτή με τα χελιδόνια που καθόντουσαν πάνω στην ελληνική σημαία. Στο θέμα της ακρίβειας, έβαλα την Μπουμπουλίνα από το χιλιάρικο να κρατά «το καλάθι της νοικοκυράς». Για την αφίσα με την Ισότητα, μου είχε στείλει ο Λαλιώτης 25 άτομα, αγόρια και κορίτσια, κι επέλεξα αυτούς τους δύο που ήταν μέλη του ΠΑΣΟΚ. Στις αφίσες σχεδόν όλοι ήταν από το ΠΑΣΟΚ. Εγιναν διορθώσεις από τον Λαλιώτη και ύστερα αποτυπώθηκε η τελική πρόταση για την παρουσίαση στον Πρόεδρο». Τότε, εξηγεί, απαγορευόταν η πολιτική διαφήμιση στην τηλεόραση και οι αφίσες ήταν το μοναδικό όχημα να φτάσει η «Αλλαγή» σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. «Και τα κόμματα ήταν επιφυλακτικά με τους διαφημιστές, έλεγαν ότι αν πήγαιναν σε διαφημιστικά γραφεία πιθανόν να τους χρησιμοποιούσαν σαν καταναλωτικό προϊόν. Ο Λαλιώτης πήρε την πρωτοβουλία να σχηματίσει ένα επιτελείο μόνο με διαφημιστές και ήταν προς τιμήν του. Δημιουργήσαμε την πρώτη καμπάνια που οπτικοποίησε τον πολιτικό λόγο. Ακόμα και τώρα νομίζω χρησιμοποιούνται στοιχεία της» σχολιάζει.

Και φτάνουμε στην ώρα της κρίσης, την παρουσίαση της «Αλλαγής» στον εμπνευστή της. «Πρέπει να ήταν τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτέμβρη. Πήγαμε στο Καστρί με τον Λαλιώτη και τον Μάνδρο να παρουσιάσουμε την καμπάνια. Ηταν και η πρώτη φορά που συναντούσα τον Πρόεδρο. Αλλος ενθουσιασμός. Ηταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος, ευχάριστος, που μετέδιδε αισιοδοξία, είχε χιούμορ και η συνάντηση ήταν πάρα πολύ φιλική. Ηταν όλο το Εκτελεστικό Γραφείο εκεί, σχεδόν πρώτη φορά τούς έβλεπα. Η παρουσίαση έγινε έξω, στη βορεινή βεράντα. Υπήρχε ένα τραπέζι μακρόστενο και γύρω-γύρω κόσμος. Πρώτος μίλησε ο Σπύρος και μετά εγώ. Δημιουργήθηκε ο πρώτος ενθουσιασμός και μετά γελούσαν τα πάντα. Πήραμε την έγκριση το ίδιο βράδυ» διηγείται. «Και μετά;» τον ρωτώ. «Μετά τα σκίτσα έπρεπε να γίνουν φωτογραφίες. Την επόμενη βδομάδα – τι αισιοδοξία είχαμε, Παναγία μου – κι ενώ ήμασταν μέσα Σεπτέμβρη, φωτογραφήθηκε ο Πρόεδρος σε ένα στούντιο στη Νεάπολη Εξαρχείων από τον Στέφανο Πάσχο.

Εγιναν γύρω στα 60 πορτρέτα, επέλεξα 8, τα έδειξα στον Λαλιώτη και καταλήξαμε σε ένα. Την ίδια περίοδο, πήγαμε έξι το πρωί και φωτογραφίσαμε μια ανατολή στην Πεντέλη για φόντο στον Πρόεδρο. Μετά έτρεχα στη Θήβα να φωτογραφίσω εκείνη την οικογένεια των αγροτών. Για την αφίσα με τους νέους ορίζοντες στην Παιδεία, πήγαμε απέναντι από τον Πύργο Αθηνών όπου υπήρχε μια μάντρα ενός νοσοκομείου και βάλαμε έναν πιτσιρικά να τον σηκώνει ο πατέρας του στα χέρια. Οι αφίσες βγήκαν τρεις εβδομάδες πριν από τις εκλογές». Ρωτώ ποιος σκέφτηκε την αφίσα «Ραντεβού με την Ιστορία». «Εγώ, ήταν η τελευταία αφίσα και το τελειωτικό «χτύπημα»» απαντά και γελάμε σκεπτόμενοι τον Ράλλη που, αντικειμενικά, δεν είχε καμία τύχη απέναντι σε μια τέτοια dream team. «Ηταν η έκπληξη, ήρθε να πει στον καθένα, «πάρε θέση», βάζοντας στο ημερολόγιο την ημερομηνία των εκλογών. Οι αφίσες δημιούργησαν κλίμα. Μέσα σε τρεις εβδομάδες αλλάξαμε τα πάντα. Και πρέπει να σας πω ότι δεν σκέφτηκα ποτέ τον αντίπαλο. Βρήκα έναν θησαυρό στο πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Δεν υπήρχε λόγος για αρνητική διαφήμιση. Δεν θα έκανα ποτέ αρνητική διαφήμιση» λέει και τον ρωτώ αν είναι αλήθεια ότι ο ήλιος του ΠΑΣΟΚ με τη σημερινή του μορφή είναι έργο δικό του. «Ναι, σχεδίασα τον ήλιο για να είναι λειτουργικός ως σύμβολο εκλογικό».

Νέα μονοπάτια

Για τον Τάκη Καλαντίδη κρίσιμο μέγεθος είναι πάντα η δημιουργικότητα. Ετσι του απευθύνω μια υποθετική ερώτηση βάσει της αύξησης των ποσοστών του ΠΑΣΟΚ. Αναρωτιέμαι, αν τον καλούσε ο Λαλιώτης ζητώντας μια αφίσα για τη νέα καμπάνια, τι θα έκανε, θα «πατούσε» στην ιστορία του ΠΑΣΟΚ ή θα άνοιγε νέα μονοπάτια; Ξεκαθαρίζοντάς μου ότι έχει αποσυρθεί, με βεβαιότητα απαντά: «Θεωρητικά πάντα, θα άνοιγα νέα μονοπάτια». Μετακινούμενοι προς το στρατόπεδο του ΣΥΡΙΖΑ, θέτω ακόμα ένα υποθετικό ερώτημα: έστω ότι τη νύχτα πριν βγουν οι αφίσες με τον Τσίπρα που υποδυόταν τον Αντρέα τον καλούσε ο ίδιος και του έλεγε «το επιτελείο μου με συμβουλεύει αυτό, εσύ τι μου προτείνεις, να το κάνω;». Και πάλι, με ηρεμία, εξηγεί: «Θεωρώ πολύ λογικό να επηρεάζονται οι διαφημιστές. Επίσης θεωρώ ότι μελέτησαν την τότε καμπάνια του ΠΑΣΟΚ κι επηρεάστηκαν πολύ. Εγώ θα του έλεγα όχι, θα τον συμβούλευα να κάνει κάτι καινούργιο για να διαφοροποιηθεί». Λίγο πριν τελειώσω με τις ερωτήσεις, μου θυμίζει ότι στην καμπάνια του ’85 μπήκε και ο Κώστας Γκόμπλιας στο κόλπο «για ακόμη καλύτερες μέρες» και το ’89 για να δηλώσει πως «Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ», ένα σύνθημα που ομολογεί πως είναι το αγαπημένο του. Σχολιάζω ότι σαν να συμπίπτει και με τη σημερινή συγκυρία. «Λέτε», τον ρωτάω, «να μπορέσει το ΠΑΣΟΚ να γίνει δεύτερη δύναμη στις εκλογές της 25ης Ιουνίου;». Και μου απαντάει με ένα χαμόγελο ζεστό, φωνή χαμηλή και με απόλυτη βεβαιότητα, σαν να μου αποκαλύπτει κάτι που του είπε κάποιος να μου εμπιστευθεί: «Θα γίνει». Φεύγοντας θυμήθηκα τα λόγια του νωρίτερα, για το ένστικτό του και το συναίσθημα εκείνο που τον ταράζει πάντα όταν ξέρει πως μια δουλειά είναι καλή.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ