Πώς ασκείται αντιπολίτευση εν μέσω πανδημίας; Μπορεί ο λαϊκισμός να είναι η συνταγή της επιτυχίας; Αυτές οι ερωτήσεις επαναλαμβάνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα εδώ και δύο χρόνια, σε μια προσπάθεια των δυνάμεων που βρίσκονται απέναντι από την κυβέρνηση να βρουν τον τρόπο ώστε να ασκούν κριτική χωρίς να υπονομεύουν την προσπάθεια αναχαίτισης της πανδημίας.

Πολλά μοντέλα δοκιμάστηκαν – και στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς. Πλέον, όμως, το αντιπολιτευτικό τοπίο εντός των τειχών δείχνει να λειτουργεί με ορίζοντα τις εκλογές της απλής αναλογικής. Τα κόμματα δεν ψάχνουν, δηλαδή, μόνο για χρήσιμες παρεμβάσεις, αλλά και για εκείνες που μπορούν να κρατήσουν ή να αυξήσουν το ποσοστό τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής διεκδικούν, επί της ουσίας, το ίδιο εκλογικό ακροατήριο – το κάνουν όμως με διαφορετικό τρόπο.

Σκληρή κριτική

Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει καλά πώς πρέπει να παίζει το παιχνίδι ένα κόμμα που μόλις έχει ζητήσει εκλογές κι αυτό φαίνεται στο ύφος και στον τρόπο με τον οποίο ασκεί αντιπολίτευση το τελευταίο διάστημα, αλλά και στον τρόπο που απαντούν στην κριτική από την πλευρά της κυβέρνησης. Αυτό το παιχνίδι τελειοποιήθηκε από το ίδιο κόμμα πριν από μία δεκαετία, σε ένα διαφορετικό πλαίσιο που δεν έχει πολλές ομοιότητες με το σημερινό – το δίλημμα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο δεν έχει αντίστοιχο την περίοδο της πανδημίας, ενώ δύσκολα και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να εκπροσωπήσει την πλευρά του «αντι», λόγω και της δικής του κυβερνητικής παρουσίας από το 2015 έως το 2019.

Βέβαια, όποιος υπερβεί το όριο (όπως έκανε πρόσφατα ο Παναγιώτης Κουρουμπλής), είτε διαγράφεται είτε μπαίνει στο περιθώριο. Η σκληρή κριτική για τους χειρισμούς του Μεγάρου Μαξίμου ειδικά από τον Δεκέμβριο και μετά, ωστόσο, κρατά συσπειρωμένο ένα αρκετά μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που περιμένουν από το κόμμα τη σκληρή γλώσσα που χρησιμοποιεί. Είναι πάντως ένα πεπερασμένο ακροατήριο και, αν οι δημοσκοπικές μετρήσεις είναι σωστές, μειώνει εμφανώς το εκλογικό ποσοστό του 2019.

Μετριοπάθεια

Από την άλλη, η στάση του ΠΑΣΟΚ είναι μετριοπαθής, στο πλαίσιο της «υπεύθυνης, προγραμματικής αντιπολίτευσης» που ακολουθεί το κόμμα εδώ και αρκετό διάστημα. Αυτό στην πράξη σημαίνει πως δεν σηκώνει τους τόνους, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να αποτελέσει μια «αξιόπιστη εναλλακτική λύση» σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Τη στιγμή που η υπόλοιπη αντιπολίτευση ζητούσε συνταγογραφούμενα μοριακά διαγνωστικά τεστ, η πρόταση του Κινήματος Αλλαγής μιλούσε για περισσότερα σημεία δωρεάν τεστ και πλαφόν 40 ευρώ στα ιδιωτικά – τελικά, η απόφαση της κυβέρνησης έκανε λόγο για 47 ευρώ πλαφόν, χωρίς άλλες προβλέψεις.

«Η σημερινή απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης να επιβάλει ανώτατη τιμή μόνο στα PCR δεν προστατεύει τους πολίτες από την υπέρμετρη επιβάρυνση, σε μια ευαίσθητη συγκυρία για τη δημόσια υγεία. Καλούμε την κυβέρνηση να λειτουργήσει επιτέλους με σοβαρότητα και υπευθυνότητα», ανέφεραν στο σχετικό ενημερωτικό σημείωμα από τη Χαριλάου Τρικούπη. Αυτή η τακτική φαίνεται πως «κερδίζει» ψηφοφόρους του προοδευτικού Κέντρου, ενδεχομένως όμως δεν διευκολύνει τις εισροές ψηφοφόρων από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην πραγματικότητα, και τα δύο κόμματα ψάχνουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στη δυναμική αντιπολίτευση και την υπεύθυνη στάση – το καθένα αξιοποιώντας τα όπλα που έχει στη διάθεσή του, αλλά και με διαφορετικές εκτιμήσεις για την αξιοποίηση της φθοράς της κυβέρνησης. Και τα δύο κόμματα γνωρίζουν (στη θεωρία) πως οι παλιές συνταγές μπορούν να εφαρμοστούν μόνο αν προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Πράγμα που σημαίνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ ψάχνει πεδίο ώστε να μη φαίνεται μόνο καταγγελτικός, αλλά και υπεύθυνος, ενώ το ΚΙΝΑΛ, που βρίσκεται στην αρχή μιας καινούργιας περιόδου, ψάχνει τη σωστή ισορροπία στις παρεμβάσεις του.