Εξέχουσα φυσιογνωμία στο χώρο της επιστήμης από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα έως το 1960, ο Γεώργιος Σωτηρίου αφιέρωσε το βίο του στη μελέτη της βυζαντινής τέχνης, συνδέοντας άρρηκτα το όνομά του με το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας.

Με την ακατάβλητη δραστηριότητά του, το επιστημονικά θεμελιωμένο συγγραφικό έργο του και την προσωπική ακτινοβολία του, ο Σωτηρίου συνέβαλε τα μέγιστα στη γνώση και τη μελέτη των βυζαντινών μνημείων εντός και εκτός του ελλαδικού χώρου.

Ο διαπρεπής βυζαντινολόγος, πανεπιστημιακός δάσκαλος και ακαδημαϊκός βοήθησε όσο ελάχιστοι στην τόνωση του γενικού ενδιαφέροντος για τη βυζαντινή τέχνη.

Οι σπουδές, το διδακτικό έργο και οι τιμητικές διακρίσεις

Ο Γεώργιος Σωτηρίου γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1880 (απαντά ως έτος γεννήσεώς του και το 1881) και απεβίωσε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 1965.

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του, ο Σωτηρίου φοίτησε στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή και ακολούθως σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αφού αναγορεύτηκε διδάκτωρ, το 1904, ο Σωτηρίου ειδικεύτηκε στη Βυζαντινή Αρχαιολογία και Τέχνη σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια (Λιψία, Βερολίνο, Βιέννη).

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, δίδαξε σε σχολεία μέσης εκπαίδευσης, στο χρονικό διάστημα 1908-1915.

Το 1915 ορίστηκε Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και το 1923 ανέλαβε τη διεύθυνση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου.

Το 1924 ο Σωτηρίου εξελέγη καθηγητής Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Παλαιογραφίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (έμελλε να διατηρήσει την καθηγητική έδρα του έως το 1952), θέση από την οποία έκανε γενιές θεολόγων να καταλάβουν και να αγαπήσουν τη βυζαντινή τέχνη.

Το ακαδημαϊκό έτος 1949-1950 ο Σωτηρίου διετέλεσε αντιπρύτανης και το αμέσως επόμενο ακαδημαϊκό έτος (1950-1951) πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Επίσης, ο Σωτηρίου διορίστηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1926, ενώ διετέλεσε πρόεδρος αυτής το 1941.

Εξάλλου, ο Σωτηρίου εξελέγη ξένος εταίρος των Ακαδημιών της Ρουμανίας και της Ιταλίας, ανακηρύχθηκε τακτικό ή αντεπιστέλλον μέλος ξένων αρχαιολογικών σχολών και ινστιτούτων, ενώ τιμήθηκε από τη Γαλλία για την προσφορά του στη Βυζαντινολογία με το βραβείο Gustave Schlumberger.

Το ανασκαφικό έργο

Ο Σωτηρίου εργάστηκε με πάθος για να φέρει στο φως θαμμένες εκκλησίες, να ανακαλύψει και να παρουσιάσει βυζαντινά μνημεία διεσπαρμένα εντός και εκτός της ελληνικής επικράτειας (Θεσσαλονίκη, Θήβα, Σπάρτη, Νικόπολη, Έφεσος, Κύπρος, Σινά κ.α.).

Μεταξύ άλλων, ο Σωτηρίου ανέσκαψε τη Βασιλική του Ιλισσού στην Αθήνα και πραγµατοποίησε ανασκαφική έρευνα στη βασιλική του Αγίου ∆ηµητρίου Θεσσαλονίκης, όταν ανέλαβε το έργο της αποκατάστασης του ναού µετά την καταστροφή του στη μεγάλη πυρκαγιά του 1917.

Η κατεστραμμένη βασιλική του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης (πηγή: ΒΧΜ, Ιστορικά & Φωτογραφικά Αρχεία)

Ο Γεώργιος Σωτηρίου (δεξιά) και ο Αριστοτέλης Ζάχος (αριστερά) στο εσωτερικό της κατεστραμμένης βασιλικής του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης (πηγή: ΒΧΜ, Αρχείο Σωτηρίου)

Αξιομνημόνευτο υπήρξε το ανασκαφικό έργο του Σωτηρίου και στον αρχαιολογικό χώρο της Νέας Αγχιάλου Μαγνησίας. Εκεί αποκαλύφθηκαν ύστερα από μακρόχρονες ανασκαφές τα ερείπια μιας άγνωστης παλαιοχριστιανικής πολιτείας, των Θηβών Θεσσαλίας (Φθιωτίδων Θηβών), που γνώρισαν την ύψιστη ακμή τους τον 6ο αιώνα, αποτελώντας θρησκευτικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής.

Φωτογραφία από το χώρο των ανασκαφών στη Νέα Αγχίαλο, με τον Γεώργιο Σωτηρίου στο κέντρο και τη σύζυγό του στα δεξιά του (πηγή: ΒΧΜ)

Το συγγραφικό έργο

Το ιδιαίτερα αξιόλογο συγγραφικό έργο του Σωτηρίου αριθμεί εκατοντάδες συγγράμματα.

Σε αυτά περιλαμβάνονται μελέτες, πορίσματα ανασκαφών, επιστημονικές ανακοινώσεις, βιβλιοκρισίες, άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά κ.ά.

Η ανεκτίμητη προσφορά στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

Όπως προαναφέρθηκε, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1923, ο Σωτηρίου ανέλαβε τη διεύθυνση του ιδρυθέντος το 1914 Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου (ΒΧΜ).

Ο νόμος 401/1914 «Περί ιδρύσεως Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου» (πηγή: ΒΧΜ, Ιστορικά & Φωτογραφικά Αρχεία)

Αμέσως μετά το διορισμό του ενσωματώθηκε στο Μουσείο η συλλογή της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (ΧΑΕ), πρόεδρος της οποίας υπήρξε επί μακρόν ο Σωτηρίου.

Έχοντας ως στόχο να καταστήσει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο «κατ’ εξοχήν εθνικόν Μουσείον της Ελλάδος» αλλά και «πρότυπον Μουσείον ολοκλήρου της Ανατολής», ο Σωτηρίου οργάνωσε τις συλλογές που είχε καταρτίσει στο προηγούμενο διάστημα η έως τότε διοικούσα Εφορευτική Επιτροπή και τις παρουσίασε πρώτη φορά στο κοινό το 1924 σε πέντε αίθουσες της Ακαδημίας Αθηνών.

Το 1930 το Μουσείο εγκαταστάθηκε οριστικά στη Villa Ilissia, ένα από τα ωραιότερα οικοδομήματα που δημιουργήθηκαν στην Αθήνα κατά τα πρώτα έτη της ιστορικής διαδρομής της ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

(Πηγή: ΒΧΜ)

Η εξωτερική μορφή του κτιρίου, που είχε παραχωρηθεί προς στέγαση του Μουσείου το 1926, παρέμεινε περίπου όπως είχε σχεδιαστεί από τον διαπρεπή κοζανίτη αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, ενώ το εσωτερικό του προσαρμόστηκε στις ανάγκες της νέας χρήσης του, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου και σύμφωνα με τις αντιλήψεις του Σωτηρίου.

Ο Σωτηρίου οργάνωσε την έκθεση με επιστημονικά κριτήρια και της προσέδωσε διδακτικό χαρακτήρα.

Τα εγκαίνια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου έγιναν το Σεπτέμβριο του 1930 επί τη ευκαιρία του Γ΄ Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μουσείο άνοιξε για το κοινό το 1946, ενώ τη δεκαετία του 1950 άρχισαν οι πρώτες περιοδικές εκθέσεις.

Ο Σωτηρίου παρέμεινε στο τιμόνι του Μουσείου έως το 1960 (τον διαδέχτηκε ο Μανόλης Χατζηδάκης), έχοντας πάντα στο πλευρό του, πολύτιμη και ακαταπόνητη συνεργάτιδά του, τη λαρισαία σύζυγό του, Μαρία Σωτηρίου (1888-1979), κορυφαίο μέλος της κοινότητας των βυζαντινολόγων.

Ο Γεώργιος και η Μαρία Σωτηρίου μελετούν ευρήματα από τις ανασκαφές στην Έφεσο (πηγή: ΒΧΜ, Ιστορικά & Φωτογραφικά Αρχεία)

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο