Τα έθνη σήμερα συνηθίζουν να αντιπαλεύουν πλέον και να αντιμετωπίζουν τις γεωπολιτικές προκλήσεις χρησιμοποιώντας συχνά οικονομικά μέσα. Πολιτικές που έχουν σχέση με το εμπόριο, τις επενδύσεις, την ενέργεια, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ακόμα και το περιβάλλον χρησιμοποιούνται ως εργαλεία εξωτερικής πολιτικής, αλλά και ως μηχανισμοί προβολής κι επιβολής ισχύος σε περιφερειακό, αλλά και σε ευρύτερο επίπεδο (βλ. Robert D. Blackwill, «War by Other Means: Geoeconomics and Statecraft». 2017). Οι οικονομικές δυνατότητες μιας χώρας και η ικανότητα κατάκτησης κι ελέγχου αγορών, πολύ περισσότερο από εδάφη, την τοποθετεί ψηλότερα στην κλίμακα ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενας γνωστός καθηγητής Οικονομικών σε μεγάλο αμερικανικό πανεπιστήμιο έλεγε πρόσφατα: «Οταν ήμουν μικρός τα περισσότερα παιδιά στο ερώτημα σαν τι θα ήθελες να γυρίσεις πίσω αν ξαναγεννιόσουν, απαντούσαν: «Πρόεδρος των ΗΠΑ ή πρωθυπουργός μιας μεγάλης δυτικής χώρας». Σήμερα η απάντηση είναι «διεθνείς αγορές»»!

Οι καινούργιες ανερχόμενες χώρες κρίνονται όλες στη βάση των οικονομικών τους δυνατοτήτων και προοπτικών κι εντάσσονται σε μια κλίμακα ανερχόμενων δυνάμεων. Η οικονομική τους ισχύς υποδηλώνει και τη θέση τους στη νέα διεθνή αρχιτεκτονική ισχύος κι επιρροής. Κράτη όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή, το Μεξικό, η Τουρκία, η Κίνα, η Νότια Αφρική, η Ινδονησία, η Νότια Κορέα, η Ινδία και ίσως η Σαουδική Αραβία μπαίνουν σαν σφήνα στον κόσμο των μεγάλων δυνάμεων διεκδικώντας κομμάτια της επιρροής τους σε περιφερειακό κυρίως επίπεδο, αλλά κι ασκώντας μερικές φορές παρεμβάσεις σε πολύ ευρύτερο πλαίσιο. Χώρες όπως η Κίνα λ.χ. δεν είναι πλέον περιφερειακές κατά κύριο λόγο δυνάμεις, αλλά παίζουν πολύ ευρύτερο ρόλο διεκδικώντας από τις ΗΠΑ τον πρώτο λόγο στο επίπεδο της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης.

Tα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά την άνοδο του Τραμπ στην ηγεσία της αμερικανικής κυβέρνησης, είναι φανερή η σταδιακή αποστασιοποίηση της αμερικανικής παρουσίας σε πολλά διεθνή κέντρα ανάφλεξης ή γενικότερου πολιτικού ενδιαφέροντος. Στον τομέα ιδιαίτερα της χρήσης οικονομικών εργαλείων για την προώθηση στόχων εξωτερικής πολιτικής η αμερικανική απουσία είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτη. Αφήνοντας χώρο για πρωτοβουλίες και υλοποίηση πολιτικών στόχων σε χώρες με αντίθετες βλέψεις και συμφέροντα, όπως η Κίνα, η Ρωσία και, τελευταία, σε πιο περιορισμένη βέβαια κλίμακα, η Γαλλία, η Γερμανία, ακόμα και η Τουρκία, παρά τα τρέχοντα οικονομικά της προβλήματα.

Ενώ η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Κίνας κλιμακώνεται, τουλάχιστον σε επίπεδο λόγων και απειλητικών προθέσεων, φαίνεται η κινεζική οικονομία να σταθεροποιείται και να δείχνει αξιοθαύμαστη αντοχή. Σύμφωνα με το περιοδικό «Economist», ένα είδος κρατικού καπιταλισμού εδραιώνεται, που θα μπορούσε να ονομασθεί Σινόμικς (από το όνομα του κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ) που περιλαμβάνει στενότερο έλεγχο των οικονομικών κύκλων, περισσότερο αποτελεσματικό κράτος και ασάφεια στα ακριβή όρια μεταξύ ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και ανάμειξης του δημόσιου τομέα. Η Κίνα ελπίζει πως το τεχνο-κεντρικό σύστημα γενικού οικονομικού σχεδιασμού θα επιβιώσει μακροπρόθεσμα. Και πως θα μπορέσει να κρατήσει τις καινοτομίες στην οικονομία σε υψηλό ανταγωνιστικό επίπεδο.

Η Ιστορία όμως διδάσκει πως απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόοδο και την ανάπτυξη σε επίπεδο τεχνολογικό και γενικότερα ανταγωνισμού καινοτομιών είναι τα ανοιχτά σύνορα και η ελευθερία σκέψης και έκφρασης. Δεν υπάρχει όμως περίπτωση η Κίνα να παραδώσει τα όπλα εύκολα. Η Δύση, και ιδιαίτερα οι ΗΠΑ πρέπει να είναι έτοιμες για μια μακρόχρονη αντιπαράθεση σκληρή κι ανελέητη. Η σύγκρουση ανοιχτών κοινωνιών και του σκληρού μείγματος αυταρχισμού, τεχνολογίας και δυναμισμού του Σινικού οικονομικού παραδείγματος θα είναι αδυσώπητη. Με αβέβαια για την ώρα αποτελέσματα.

Γράψτε το σχόλιό σας