Δεν υπάρχει παιδί που να μην έχει πει ψέματα κάποια στιγμή. Η αυθόρμητη αντίδραση πολλών γονιών είναι να αισθανθούν άσχημα, θεωρώντας ότι το παιδί τους προσπαθεί να τους εξαπατήσει ή ότι προδίδει την εμπιστοσύνη τους.

Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι όμως.

Κι αν γνωρίζουμε τις αιτίες που κρύβονται πίσω από τα παιδικά ψέματα, τότε μπορούμε και να τα αντιμετωπίσουμε με ψυχραιμία και επιτυχία.

Τα παιδικά ψέματα ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία. Ένα παιδί 2 ή 3 χρονών μόλις έχει αρχίσει να ξεχωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.

Το να λέει πράγματα που οι ενήλικοι χαρακτηρίζουν ψέματα είναι μάλλον σύνηθες.

Επιπλέον, δεν πρόκειται για ηθική επιλογή. Είναι μια μάλλον ενστικτώδης αντίδραση απέναντι στον θυμό που αντιλαμβάνεται ότι έχει προκαλέσει στον γονιό του με κάποια πράξη του.

Προσπαθεί, λοιπόν, να διορθώσει την κατάσταση με λάθος τρόπο. Από την άλλη, ένα παιδί 4 ή 5 χρονών θα πει ψέματα από επιλογή. Χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι αρνητικό.

Σε αυτή την ηλικία τα παιδιά πειραματίζονται με τις συμπεριφορές. Το παιδί θα πει ένα ψέμα για να εξερευνήσει τα όρια του γονιού και να διαπιστώσει τι επιπτώσεις έχει αυτού του είδους η συμπεριφορά στο ίδιο.

Αυτό είναι το καθοριστικό στάδιο, καθώς τώρα θα πρέπει να καταλάβει ότι το ψέμα είναι λάθος.

Μετά τα 6 έτη το παιδί έχει κατανοήσει τον μηχανισμό του ψεύδους. Μπορεί να το βοηθήσει να ξεγλιστράει από δυσάρεστες καταστάσεις ή μπορεί να έχει συνέπειες αν το ψέμα γίνει αντιληπτό.

Το χρησιμοποιεί από επιλογή και γνωρίζει για ποιον λόγο το κάνει.

Σε αυτή την ηλικία τα παιδιά προσπαθούν όντως να παραπλανήσουν ή να χειριστούν τους γονείς τους. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, όμως, η προσέγγιση των ενηλίκων θα πρέπει να είναι η ανάλυση της αιτίας των ψεμάτων.

Η απάντηση στο πρόβλημα είναι η σωστή επικοινωνία με τα παιδιά.

Ο γονιός μπορεί να βοηθήσει το παιδί του να ξεπεράσει τον λόγο που το κάνει να καταφεύγει στο ψέμα κι έτσι εκείνο να υιοθετήσει μια σωστή συμπεριφορά.

Οι αιτίες πίσω από το παιδικό ψέμα

Οι γονείς θεωρούν ότι τα παιδιά συνήθως λένε ψέματα για να καταφέρουν κάτι που θέλουν ή να γλιτώσουν από τις συνέπειες κάποιων πράξεων.

Αυτά είναι τα συνήθη κίνητρα για ένα ψέμα. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες αιτίες που κρύβονται λίγο κάτω από την επιφάνεια του ψέματος. Για τα πιο μικρά παιδιά, η χρήση του ψέματος βοηθάει στο να εξακριβώσουν τα όρια, δοκιμάζοντας τους γονείς τους και τις αντιδράσεις τους. Για τα μεγαλύτερα παιδιά, όμως, μπορεί να υποκρύπτονται άλλα, ψυχολογικής φύσης ζητήματα.

Ενας τέτοιος παράγοντας είναι η έλλειψη αυτοπεποίθησης. Σε αυτή την περίπτωση, το παιδί θα πει ένα μεγάλο ψέμα που θα το κάνει να φανεί σπουδαίο στα μάτια των άλλων. Θα χρησιμοποιήσει κάποια υπερβολή, του τύπου «έβαλα 10 γκολ σήμερα», ή κάποια ακόμη πιο εξωφρενική ιστορία για να δημιουργήσει για τον εαυτό του την εικόνα ότι είναι ταλαντούχο, αξιόλογο, ιδιαίτερο και με τον τρόπο αυτόν να πετύχει αναγνώριση από τους άλλους, καθώς και να ενισχύσει την αυτοεκτίμησή του.

Κάποια παιδιά λένε ψέματα γιατί απλώς μιλούν πριν σκεφτούν καλά.

Οι ψυχολόγοι που δουλεύουν με παιδιά με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) επισημαίνουν ότι συμβαίνει συχνά ως αποτέλεσμα της παρορμητικότητας που χαρακτηρίζει αυτά τα παιδιά. Υπάρχει επίσης η περίπτωση κάποια παιδιά να λένε ψέματα γιατί δεν θυμούνται καλά.

Αν ένα παιδί πει ότι έχει τελειώσει με όλες τις εργασίες για το σχολείο και τελικά αυτό δεν είναι αλήθεια, εκτός από την εκδοχή να λέει ψέματα υπάρχει και το ενδεχόμενο να μην θυμόταν ότι είχε κάτι ακόμη για μελέτη.

Σε αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί να υιοθετήσει τεχνικές καλύτερης οργάνωσης, όπως λίστες που θα το βοηθούν να θυμάται τις υποχρεώσεις του.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ένα παιδί μπορεί να λέει ψέματα για να διαφύγει την ιδιαίτερη προσοχή.

Η συμπεριφορά αυτή προέρχεται από παιδιά που πιθανώς αντιμετωπίζουν προβλήματα άγχους ή κατάθλιψης και λένε ψέματα για συμπτώματα που σχετίζονται με την κατάστασή τους για να μην αισθάνονται ότι βρίσκονται κάτω από μεγεθυντικό φακό ή για να μην ανησυχούν οι γονείς τους για εκείνα.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς

Ο χειρισμός της κατάστασης εκ μέρους των γονιών εξαρτάται από την αιτία που το παιδί ψεύδεται. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να προτάσσεται η επικοινωνία.

Ο πυρήνας της αντιμετώπισης του ψεύδους είναι να γνωρίζει το παιδί ότι δεν είναι η σωστή συμπεριφορά και για ποιον λόγο.

Οι γονείς θα πρέπει να εξηγήσουν τα ζητήματα εμπιστοσύνης που προκύπτουν και ένα παιδί άνω των 4 ετών είναι σε θέση να τα κατανοήσει. Παράλληλα όμως το παιδί θα πρέπει να γνωρίζει ότι η λάθος συμπεριφορά έχει συνέπειες.

Αυτό σημαίνει ότι αν επιλέξει να πει ψέματα, θα έρθει αντιμέτωπο με τις επιπτώσεις, δηλαδή μια τιμωρία. Δεν χρειάζεται να είναι μια σκληρή τιμωρία και σίγουρα όχι φωνές εκ μέρους των γονιών.

Μπορεί για παράδειγμα το παιδί να μείνει χωρίς το ηλεκτρονικό παιχνίδι του για μια ημέρα.

Εφόσον οι γονείς γνωρίζουν ότι το παιδί ψεύδεται, πριν προχωρήσουν στην επιβολή της τιμωρίας καλό είναι να του δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία να πράξει το σωστό: να πει την αλήθεια.

Μπορούν, για παράδειγμα, να πουν «αυτό που μου λες μοιάζει με ψέμα. Θέλεις να το ξανασκεφτείς και να μου πεις τι πραγματικά συνέβη;», να του δώσουν δηλαδή λίγο χρόνο για να αποφασίσει τι θα πράξει.

Στην περίπτωση που το παιδί πει την αλήθεια, θα πρέπει να του αναγνωριστεί:

«Χαίρομαι που είπες την αλήθεια τώρα». Μια πιο άμεση και βοηθητική για τα μικρότερα παιδιά προσέγγιση είναι αν οι γονείς τού ξεκαθαρίσουν ότι το να πει την αλήθεια θα αποσοβήσει την τιμωρία, ούτως ώστε να μάθει ποια είναι η σωστή συμπεριφορά.

Όμως οι γονείς δεν θα πρέπει να επιτρέψουν στα παιδιά τους να είναι χειριστικά με τη χρήση της αλήθειας. «Αφού σου είπα την αλήθεια, γιατί να τιμωρηθώ;».

Η αλήθεια χτίζει την εμπιστοσύνη και τα παιδιά θα πρέπει να αντιληφθούν τη διαφορά που έχει αυτό με τις συνέπειες μιας σοβαρά λανθασμένης συμπεριφοράς. Εάν πρόκειται για κάποιο σοβαρό συμβάν, οι γονείς θα πρέπει να ζυγίσουν την κατάσταση, αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα του παιδιού να μη χρησιμοποιήσει το ψέμα για να ξεφύγει, αλλά παράλληλα θα πρέπει να εκπέμψουν το μήνυμα ότι τα όρια εξακολουθούν να υπάρχουν.

Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να επικοινωνήσουν την ικανοποίηση για το γεγονός ότι το παιδί είναι αξιόπιστο και να επιβάλουν μια μέτρια τιμωρία.

Εάν το παιδί χρησιμοποιεί το ψέμα ως μέσο να τραβήξει την προσοχή και να αισθανθεί σπουδαίο, οι γονείς δεν θα πρέπει να το πιέσουν με αλλεπάλληλες ερωτήσεις σε μια προσπάθεια να αποδείξουν την αλήθεια.

Η συμπεριφορά αυτή θα ξεπεραστεί μόνο με τόνωση της αυτοπεποίθησης του παιδιού.

Επιπλέον οι γονείς θα πρέπει να εξηγήσουν στα παιδιά τους ότι δεν χρειάζεται να λένε ψέματα γιατί κανείς δεν περιμένει από εκείνα να είναι τέλεια. Θέλει όμως να μπορεί να τα εμπιστευτεί. Και βέβαια, το ίδιο ισχύει και για τους ίδιους τους γονείς. Πρέπει και εκείνοι να μην λένε ψέματα στα παιδιά, δίνοντας έτσι το καλό παράδειγμα.

Άλλωστε η εμπιστοσύνη είναι κάτι που χτίζεται και από τις δύο πλευρές.

Οι ψυχολόγοι επισημαίνουν ότι οι λέξεις έχουν βάρος και η επιλογή που κάνουμε αντανακλά «κρυφά» μηνύματα. Είναι άλλο να αποκαλέσουμε το παιδί «ψεύτη» και διαφορετικό να χαρακτηρίσουμε αυτό που λέει «ψέμα».

Αποκαλώντας το παιδί «ψεύτη» του αποδίδουμε μια ταυτότητα, την οποία μπορεί και να υιοθετήσει: αφού το θεωρούμε ψεύτη, θα συνεχίσει να ψεύδεται. Αντίθετα, μπορούμε να εξηγήσουμε στο παιδί ότι μια λανθασμένη συμπεριφορά δεν είναι αυτό που θα χαρακτηρίσει την προσωπικότητά του.

Απλώς θα πρέπει να εγκαταλείψει αυτού του είδους τη συμπεριφορά.

Γράψτε το σχόλιο σας