Η Βρετανία και οι χώρες της ΕΕ εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις για θέσπιση παγκόσμιου ψηφιακού φόρου σε τεχνολογικές εταιρείες όπως η Google, το Facebook και η Amazon, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τις συζητήσεις αυτή την εβδομάδα.

Με αντίποινα απειλούν οι ΗΠΑ

Το ενδεχόμενο εισαγωγής νόμου ψηφιακών υπηρεσιών, ο οποίος οι Βρετανοί ελπίζουν να φέρει έως και 400 εκατ. λίρες Αγγλίας το χρόνο στα δημόσια ταμεία, αντιμετωπίζεται ως άδικο από την Ουάσινγκτον, η οποία μάλιστα απειλεί με αντίποινα με τη μορφή δασμών σε προϊόντα που κυμαίνονται από τα βρετανικά αυτοκίνητα μέχρι τη γαλλική σαμπάνια και τα τυριά.

«Πάντα ήμασταν ξεκάθαροι στο ότι προτιμάμε μια παγκόσμια λύση για τις φορολογικές προκλήσεις που προκύπτουν από την ψηφιοποίηση», δήλωσε εκπρόσωπος του βρετανικού υπουργείου οικονομικών. «Θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε με τους διεθνείς συνεργάτες μας για να πετύχουμε αυτό τον στόχο».

Ο Στίβεν Μνούτσιν, υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ, αποσύρθηκε από τις συζητήσεις με τους Ευρωπαίους αξιωματούχους την Τετάρτη, λέγοντας πως δεν έχει γίνει καμία πρόοδος.

Σχεδόν 140 χώρες εμπλέκονται στις συζητήσεις που διοργανώθηκαν από τον ΟΟΣΑ προκειμένου η φορολογική νομοθεσία να συμβαδίσει με την ψηφιακή εποχή.

Στόχος είναι η επίτευξη συμφωνίας μέχρι το τέλος της χρονιάς, όμως η διακοπή των συζητήσεων και οι επερχόμενες αμερικανικές εκλογές κάνουν αυτή την προθεσμία να φαίνεται όλο και λιγότερο ρεαλιστική.

Προκλητική η επιστολή Μνούτσιν

Ο Μπρούνο Λε Μερ, ο Γάλλος υπουργός οικονομικών, δήλωσε ότι η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία έχουν απαντήσει από κοινού σε επιστολή του Μνούτσιν αφού εκείνος αποσύρθηκε από τις συνομιλίες.

«Αυτή η επιστολή αποτελεί πρόκληση. Είναι μια πρόκληση προς όλους τους εταίρους του ΟΟΣΑ, τη στιγμή που απείχαμε μόλις μερικά εκατοστά από την επίτευξη συμφωνίας για τη φορολόγηση των ψηφιακών γιγάντων»,τόνισε ο Λε Μερ σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο την Πέμπτη.

Εκπρόσωπος της ισπανικής κυβέρνησης ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν πρόκειται να δεχτούν «κανενός είδους απειλή από άλλες χώρες» στις προσπάθειές τους να εισάγουν φόρο ψηφιακών υπηρεσιών.

Οι ΗΠΑ έχουν αντισταθεί στο γεγονός ότι μεμονωμένα κράτη έχουν επιβάλει τους δικούς τους ψηφιακούς φόρους, απουσία μιας διεθνούς συμφωνίας υπό την καθοδήγηση του ΟΟΣΑ.

Ψίχουλα καταβάλλουν οι τεχνολογικοί κολοσσοί

Το 2018, ο τότε καγκελάριος του θησαυροφυλακίου της Βρετανίας Φίλιπ Χάμοντ μίλησε πρώτος για την προοπτική ενός φόρου ψηφιακών υπηρεσιών, λέγοντας ότι είναι σχεδιασμένος για να εξασφαλίσει ότι «αυτοί οι παγκόσμιοι γίγαντες με επικερδείς επιχειρήσεις στη Βρετανία θα πληρώνουν αυτό που τους αναλογεί». Στην αρχή της χρονιάς, ο νυν καγκελάριος, Ρίσι Σούνακ, έδωσε το πράσινο φως για την θέσπιση του φόρου.

Η πράξη του ακολουθήθηκε από αυξανόμενο θυμό για τα μικροσκοπικά ποσά που πληρώνουν σε φόρους οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί στη Βρετανία, παρά το γεγονός ότι αποκομίζουν δισεκατομμύρια λίρες Αγγλίας από τις πωλήσεις τους στη χώρα. Με το τρέχον σύστημα, οι εταιρείες πληρώνουν φόρο μόνο για τα κέρδη τους στη Βρετανία, ενώ οι αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες έχουν κατηγορηθεί ότι «μαγειρεύουν» νομικά τις δραστηριότητές τους, ώστε να εμφανίζουν ευτελή κέρδη.

Ο βρετανικός φόρος ψηφιακών υπηρεσιών θα μπορούσε να στοχεύει στις διαδικτυακές εταιρείες που αποκομίζουν έσοδα άνω των 500 εκατ. λιρών Αγγλίας ανά έτος σε όλο τον κόσμο, με μια εισφορά της τάξης του 2%.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε την Πέμπτη ότι σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί εντός του έτους διεθνής συμφωνία, η Ευρώπη θα επεξεργαστεί το ενδεχόμενο να επιβάλει τον δικό της νόμο ψηφιακών υπηρεσιών.

«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιθυμεί μια παγκόσμια λύση που θα φέρει την φορολόγηση των επιχειρήσεων στον 21ο αιώνα», δήλωσε ο Πάολο Τζεντιλόνι, Ευρωπαίος επίτροπος για την οικονομία. «Όμως αν αυτό αποδειχθεί αδύνατον φέτος, έχουμε ξεκαθαρίσει ότι θα επανέλθουμε με νέα πρόταση, αυτή τη φορά σε επίπεδο ΕΕ».

Πηγή: www.theguardian.com

Γράψτε το σχόλιο σας