Ξεκαθαρίζοντας παλιά συρτάρια σε μια βαθιά γωνιά της πρώτης μου βιβλιοθήκης βρήκα ένα τσαλακωμένο σημείωμα. Είχα τον χρόνο να το εξετάσω. Ηταν χειρόγραφο, σαφώς δικό μου και έμεινα ενεός έπειτα από βασανιστική εν τέλει εξέταση πόσες πληροφορίες μου έδωσε και πώς κατόρθωσε να γεμίσει ύστερα από πολλά πολλά χρόνια τα κενά της μνήμης.

Το χειρόγραφο ήταν γραμμένο πάνω σε μια σκισμένη σελίδα ημερολογίου γραφείου. Δυστυχώς η σελίδα έφερε ημερομηνία και χρονολογία αλλά όχι ημέρα. Πάντως, μ’ όσα θα πω παρακάτω δεν πρέπει να ήταν Κυριακή. Και εξηγούμαι. Υποθέτω βάσιμα πως είχε κοπεί από το ημερολόγιο του γραφείου μου (ποιου γραφείου μου; Εγραφα τότε σε ένα παράθυρο παλιού σπιτιού στη γενέτειρα πόλη με χοντρούς τοίχους που τα παράθυρα προς τον δρόμο σχημάτιζαν ένα εσωτερικό πλάτωμα ντυμένο με σανίδι. Εκεί διάβαζα, έγραφα και ώρες χάζευα την κίνηση του δρόμου, το σπίτι ήταν ισόγειο).

Στο πλάτωμα αυτό στοίβαζα τα βιβλία μου, τα τετράδιά μου και είχα το μελανοδοχείο, το στυπόχαρτο και τις καμπουρίτσες πένες μου. Οπως αντιλαμβάνεσθε αναφέρομαι στη μακρινή εποχή του 1950. Το φύλλο που κόπηκε από το επιτραπέζιο ημερολόγιο έδειχνε 29 Απριλίου 1950. Ενα εξαίσιο ντοκουμέντο. Το απόκομμα είχε τυπωμένο στην πίσω πλευρά ένα αρχαίο ρητό. Ρητά θα ήταν τυπωμένα και στα άλλα φύλλα του ημερολογίου. Το απόκομμα που διεσώθη στα χαρτιά μου 69 χρόνια έγραφε: «Μέτρον άνθρωπος», «Πρωταγόρας». Το χαρτί του ημερολογίου είχε όλα τα γνωρίσματα της ποιότητας του χαρτιού εκείνη τη δύσκολη περίοδο, μόλις είχε τελειώσει ο Εμφύλιος και είχε αρχίσει να «αποδίδει» το σχέδιο Μάρσαλ. Το χρώμα του χαρτιού που λογιζόταν για λευκό ήταν στην πραγματικότητα κρεμ και στο σώμα του φύλλου υπήρχαν ενσωματωμένα μικρά σκουπιδάκια, σαν αυτά που αποτελούσαν το σώμα μιας σκούπας. Σαφώς ατελής πολτοποίηση!

Το μελάνι που είχε χρησιμοποιηθεί για τη γραφή του κειμένου ήταν υποτίθεται μπλε αλλά είχε μια χροιά και χρώμα μοβ. Η γραφή, σαφώς δική μου, καλλιγραφική (έμεινε τέτοια έως που ήρθαν τα μπικ που με μετέτρεψαν σε αφόρητο κακογράφο λόγω του ότι το διαρκείας ήταν ελαφρύ, ενώ ο κονδυλοφόρος βαρύς και ξύλινος). Στρόγγυλα και με ουρίτσες το μι και τα ρο. Τα κεφαλαία με παχιά γραφή.

Το σημείωμα ήταν εντολές της μακαρίτισσας μητέρας μου για ψώνια. Αλλά είχα περιλάβει και δικά μου προσωπικά προϊόντα. Ηταν δύσκολη εποχή για το σπίτι μου. Ο πατέρας μου, μόλις είχε γυρίσει από την Ικαρία, εξόριστος, και δίδασκε, φιλόλογος, κρυφά ιδιαίτερα μαθήματα στην Αθήνα. Η μάνα, άεργη με τρία αγόρια. Λίγα τα χρήματα. Το πιστοποιεί και η γραπτή παραγγελία που βρήκα. Ποτάσα! Θυμήθηκα τώρα που η μητέρα μου από αγροτική οικογένεια έφτιαχνε και σαπούνι. Η ποτάσα ήταν απαραίτητο υλικό μαζί με το λάδι που ερχόταν από το χωριό, για να γίνει το σαπούνι, το πράσινο, πλάκα. Στην αυλή του σπιτιού απλώνονταν ξύλινες φόρμες και εκεί χυνόταν το υγρό που όταν έπηζε δημιουργούσε τις πλάκες σαπούνι. Δεύτερο στοιχείο στο σημείωμα: Γιαούρτη σε πήλινο κεσέ. Ο γαλατάς της γειτονιάς πουλούσε γιαούρτη φρέσκια, πώς να την πω, χειροποίητη;

Τρίτη εγγραφή: Μανταλάκια. Ξύλινα για να πιάνονται τα ρούχα μετά την πλύση στις απλωμένες στην αυλή τριχιές.

Τέταρτη παραγγελία: Πυτιά από τον γαλατά επίσης. Η μάνα μου ζύμωνε. Το αλεύρι ερχόταν από το χωριό με μια σούστα κάθε μήνα. Τη σούστα έσερνε ένα έξοχο άλογο. Τον χειμώνα, το έχω ξαναγράψει, με τα χρόνια διανυκτέρευε στο «χολ» του σπιτιού με τον ντορβά και την τροφή του κρεμασμένη στον λαιμό.

Πέμπτη παραγγελία: Παξιμάδια από τον φούρνο, γυρίζοντας, ήταν δίπλα στο σπίτι. Το πρωινό μας συχνά με λάδι και σπανιότερα με μέλι.

Η έκτη παραγγελία  ήταν δική μου προσθήκη. Είχε γραφεί αφού η μάνα διαπίστωνε πως τα λεφτά έφταναν. Πένες καμπουρίτσες, στυπόχαρτο, μελάνι χύμα, σ’ ένα βαζάκι που έπαιρνα μαζί μου και τελευταία εντολή, εδώ η μάνα και οι γραφτές συμβουλές του πατέρα έλεγαν πάντα Ναι. Δύο βιβλία. Δεν υπήρχε στην πόλη μας τότε (1950) βιβλιοπωλείο όπως το ξέρετε. Υπήρχε χαρτοπωλείο που έφερνε και λίγα βιβλία που γίνονταν ανάρπαστα. Ημασταν μια γενιά βιβλιοφάγοι, σε μια πόλη που δεν είχε ούτε δάσκαλο για ακορντεόν!! Τα βιβλία υπάρχουν ακόμη στη βιβλιοθήκη μου στον Μαραθώνα: Τα διηγήματα του Εδγαρ Αλαν Πόε στη μετάφραση του Κοσμά και τα διηγήματα από τον Σαίξπηρ, μια αγγλική έκδοση μεταφρασμένη που απευθυνόταν σε μικρά παιδιά προετοιμάζοντάς τα για τα θεατρικά αριστουργήματα του βάρδου.

Ανατρέχω ακόμη εκεί όταν πρόκειται να δω σπάνια παιζόμενα έργα του Σαίξπηρ π.χ. «Δύο φίλοι από τη Βερόνα», «Βασιλιάς Ιωάννης» για να θυμηθώ την  υπόθεση, όταν δεν έχω πρόχειρα τα θεατρικά στην εξοχή.

Φυλάω ακόμη εκείνο το σημείωμα. Φτώχεια και όρεξη για γνώση. Φρούρησαν.

 

Γράψτε το σχόλιο σας