Εβγαλα εισιτήριο για το τρένο, κάπου στη Βόρεια Ευρώπη. Ηταν ονοµαστικό, µε συγκεκριµένη θέση. Επέλεξα παράθυρο για να χαζεύω και επειδή µόνο εκείνη η θέση είχε πρίζα για να φορτίσω το κινητό µου. Μπαίνοντας στον συρµό παρατηρούσα πως όλα λειτουργούσαν ρολόι. Παρατηρούσα και πόσο τακτικά και ήσυχα κινούνταν το επιβατικό κοινό. Πολιτισµένος κόσµος! Στη θέση µου βρήκα καθισµένη µια νεαρή γυναίκα. Είχε συνδέσει το laptop της στην πρίζα µου και πληκτρολογούσε κάτι στην οθόνη του. Κοντοστάθηκα. Τσέκαρα ξανά το εισιτήριό µου. Σωστός ήµουν.

«Με συγχωρείτε, βρίσκεστε στη θέση µου» της είπα φορώντας το πιο ευγενικό χαµόγελό µου. «Οχι, είναι η δική µου θέση» απάντησε ψιθυρίζοντας, σχεδόν παραµιλώντας, χωρίς να µε κοιτάξει. «Και όµως, κάθεστε στην 25 και είναι η δική µου θέση» επέµεινα. «Πού το ξέρετε;».

«Το ξέρω γιατί το εισιτήριό µου γράφει 25 και εδώ, πάνω από το κεφάλι σας γράφει πάλι 25». «Ισως να κάθοµαι αλλού, εσείς όµως θα µου παραχωρήσετε τη θέση σας. Προτιµώ παράθυρο και χρειάζοµαι πρίζα». «Επειδή και εγώ προτιµώ παράθυρο και χρειάζοµαι πρίζα, δεν µπορώ να σας την παραχωρήσω».

Η συζήτηση συνεχίστηκε για ώρα. Εκείνη δεν σηκωνόταν µε τίποτα, συνέχιζε να επικαλείται ανόητες/σουρεαλιστικές δικαιολογίες, µιλώντας πάντα ψιθυριστά αλλά και µε απότοµο τρόπο. Εγώ, που αν µε είχε αντιµετωπίσει µε ευγένεια θα της είχα παραχωρήσει τη θέση µου, είχα αρχίσει να νιώθω ένα σφίξιµο στο κεφάλι, αυτό το… σαν εγκεφαλικό που µε πιάνει όταν εκνευρίζοµαι. Υψωσα τη φωνή µου, λίγο, ελάχιστα, ζητώντας για πολλοστή φορά να µε αφήσει να περάσω στη θέση µου. Με κοίταξε ενοχληµένη και είπε πάντα ψιθυριστά: «Μη µου υψώνεις τη φωνή! Σκάσε! Σκάσε!».

Ο μόνος λόγος για τον οποίο έσκασα ήταν επειδή αυτό έπρεπε να τελειώνει, και αν δεν το τελείωνα εγώ θα συνεχιζόταν ακόμη. Η τρελή επέμενε. Οι υπόλοιποι επιβάτες συμπεριφέρονταν λες και δεν συνέβαινε τίποτα, κανένας δεν ήταν διατεθειμένος να υποστηρίξει τον ξένο που είχε όλα τα δίκια με το μέρος του και που τον έβριζαν κιόλας. Σκέφτηκα πως αν είχε γίνει αυτό στην Ελλάδα, όλο το βαγόνι θα είχε ξεσηκωθεί εναντίον της, ένας-ένας οι επιβάτες θα περνούσαν μπροστά της για να της τα ψάλουν, απολαυστικοί ρόλοι σε ένα (αναίμακτο, ελπίζω) «Εγκλημα στο Οριάν Εξπρές». Ενιωσα εντελώς μόνος, εκεί στα ξένα.

Ταξίδεψα επί δύο ώρες μέσα σε παγερή σιωπή, έχοντας δίπλα μου την επίσης σιωπηλή τρελή. Ηταν σαν να έκανα μια οδυνηρή άσκηση αυτοσυγκράτησης και επιβίωσης σε ακραίες συνθήκες. Βγαίνοντας από τον συρμό με τεράστια ανακούφιση, αποφάσισα πως προτιμώ χίλιες φορές το θορυβώδες ταμπεραμέντο της Μεσογείου, ναι, αυτό το ταμπεραμέντο που κι εγώ έχω πολλάκις κακοχαρακτηρίσει, από την αθόρυβη, υποχθόνια ασθένεια που κυκλοφορούσε στο βαγόνι το οποίο διέσχιζε τον φαινομενικά ατσαλάκωτο, στην πραγματικότητα διαβρωμένο από το ψύχος Βορρά.