Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές ετοιμαζόμαστε για την ύψιστη στιγμή της πολιτικής συμμετοχής, αυτή που ορίζει την ίδια την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας. Ομως πολλές χιλιάδες κάτοικοι αυτής της χώρας, μόνιμα διαμένοντες, φορολογούμενοι και μετέχοντες όλων των πλευρών της κοινωνικής ζωής, από την αναμονή του λεωφορείου στη στάση και την εργασία μέχρι την οπαδική σχέση με ποδοσφαιρικές ομάδες, δεν θα ψηφίσουν, παρότι οι αποφάσεις που θα πάρει η επόμενη Βουλή τούς αφορούν εξίσου.

Οι μετανάστες στερούνται του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, ακόμη και εάν μένουν για σημαντικό χρονικό διάστημα. Ο μόνος τρόπος είναι μέσα από μια διαδικασία πολιτογράφησης που παραμένει όμως αρκετά δύσκολη. Στο παρελθόν ακόμη και προσπάθειες να διευρυνθούν ανάλογα εκλογικά δικαιώματα, π.χ. για τις δημοτικές εκλογές, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, προσέκρουσαν στην αντίρρηση του Συμβουλίου της Επικράτειας που επέμεινε στον προσδιορισμό του «λαού» σε συνάρτηση με την κατοχή ελληνικής ιθαγένειας, οριζόμενης σε συνάρτηση με την έννοια του έθνους.

«Δίκαιο του αίματος» ιστορικά το ελληνικό δίκαιο της ιθαγένειας, θα κάνει μία παραχώρηση για τα παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν εδώ και αυτή με παλινωδίες, αφού η αρχική ρύθμιση (Ν. 3838/2010) κρίθηκε αντισυνταγματική και θα χρειαστεί νέα. Ποιος θυμάται ότι ο Γιάννης Αντετοκούνμπο κάποτε κινδύνευσε να μείνει χωρίς ιθαγένεια; Βέβαια, μια ιδιότυπη ειρωνεία έφερε την ίδια την ελληνική κυβέρνηση να υποστηρίζει σε σχέση με τη Συμφωνία των Πρεσπών μια αμιγώς πολιτική ερμηνεία της ιθαγένειας / nationality, ως νομικής σχέσης με το κράτος, σε αντιδιαστολή με την έννοια του έθνους ως εθνότητας, καθότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να αποκρουστεί, έστω και μερικώς, η κατηγορία ότι η συμφωνία αυτή αναγνωρίζει μια «μακεδονική εθνότητα».

Το πρόβλημα προφανώς δεν είναι μόνο ελληνικό. Στις περισσότερες χώρες το συναντάμε. Μάλιστα, παίρνει μια ακόμη πιο βάναυση μορφή, καθώς δεν έχουμε μόνο τον πολιτικό αποκλεισμό των «νόμιμων μεταναστών», αλλά και τα ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα των μεταναστών χωρίς χαρτιά ή των προσφύγων που δεν έχουν λάβει άσυλο. Αλλωστε, οι πρόσφατες πολιτικές για την αντιμετώπιση του Μεταναστευτικού – Προσφυγικού μπορεί τελικά να μην περιορίζουν τις μεταναστευτικές ροές, όμως αυξάνουν τον αριθμό όσων βρίσκονται σε μια ιδιαίτερη «κατάσταση εξαίρεσης» χωρίς δικαιώματα που επιτρέπει την ακόμα μεγαλύτερη εκμετάλλευσή τους και τους εκθέτει σε πλείστους κινδύνους, ξεκινώντας από αυτόν του πνιγμού που έχει γίνει η αναγκαία προϋπόθεση της ίδιας της άφιξής τους επί του ευρωπαϊκού εδάφους.

Ωστόσο, χρειάστηκε το βρετανικό δημοψήφισμα και ο αποκλεισμός των ευρωπαίων πολιτών που κατοικούν μονίμως στη Βρετανία από μια διαδικασία απόφασης που αφορούσε άμεσα το ίδιο το μέλλον τους, για να έρθει στο προσκήνιο το ερώτημα αυτό. Ομως, την ίδια στιγμή αποσιωπήθηκε ότι αυτό που υπέστησαν οι ευρωπαίοι πολίτες που ζουν στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου, το υφίστανται εκατομμύρια μετανάστες και πρόσφυγες στην Ευρώπη που δεν προέρχονται από τις χώρες – μέλη της ΕΕ.

Στην Ελλάδα η συνθήκη γίνεται ακόμη πιο αντιφατική εάν αναλογιστούμε ότι είναι σε εξέλιξη μια συζήτηση για την επέκταση του εκλογικού δικαιώματος μέσα από την ψήφο των αποδήμων και μάλιστα με όρους που δεν θα αφορούν μόνο πρόσφατους μετανάστες που όντως στερούνται λόγω θεσμικών κενών και διοικητικών ανεπαρκειών της δυνατότητας να αποφασίσουν για τη χώρα στην οποία σκοπεύουν να επιστρέψουν, αλλά και την ελληνική Διασπορά προηγούμενων γενεών.

Προφανώς δεν είναι η πρώτη φορά που οι διακηρύξεις περί δημοκρατίας συγκαλύπτουν εκτεταμένους αποκλεισμούς. Αρκεί να αναλογιστούμε τις θεσμοποιημένες φυλετικές διακρίσεις του παρελθόντος ή τον αποκλεισμό των γυναικών. Σήμερα τα περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών διαμορφώνουν μια συνθήκη διαίρεσης του ίδιου του κοινωνικού σώματος που υποτίθεται ότι αποτελεί τη βάση των δημοκρατικών πρακτικών. Μόνο που όλα αυτά ακυρώνουν την ίδια την έννοια του λαού, τουλάχιστον εάν επιμένουμε να τον ορίζουμε ως το σύνολο των ανθρώπων που ζουν μόνιμα στα όρια ενός κράτους, εργάζονται, φορολογούνται και εν γένει συμμετέχουν στη ζωή του και άρα έχουν λόγο για τις προοπτικές του. Ιστορικά αυτό ταυτίστηκε με το έθνος και περιελάμβανε την κοινή παράδοση και ιστορία. Ομως σήμερα η επιμονή στη θεσμική σύνδεση έθνους και λαού συνεπάγεται την αναπαραγωγή μιας συνθήκης αποκλεισμού. Ωστόσο, η αντίρροπη κίνηση, δηλαδή η μεταεθνική σύλληψη του λαού και η διεύρυνση του πολιτικού σώματος, συναντά επίσης ισχυρές αντιστάσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια δημοκρατία που παραμένει ουσιωδώς ανάπηρη.