Η νέα μεταναστευτική νομοθεσία – που ψηφίστηκε τη Δευτέρα στη δεύτερη ανάγνωσή της από το βρετανικό κοινοβούλιο – θα περιορίζει σε σοβαρό βαθμό τη δυνατότητα των ευρωπαίων πολιτών, να εργάζονται και να φοιτούν στη χώρα, στην περίπτωση ενός Brexit χωρίς συμφωνία, ενδεχόμενο που μέχρι στιγμής προκρίνεται ως πιο πιθανό, εξαιτίας του αδιεξόδου στο οποίο έχει βρεθεί το Ηνωμένο Βασίλειο, 57 μέρες πριν την αποχώρησή του από την ΕΕ.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο καθηγητής και πρόεδρος της Νομικής Σχολής του πανεπιστημίου Goldsmiths του Λονδίνου, ιδρυτής του think tank «Britain in Europe» (Η Βρετανία στην Ευρώπη), Δημήτρης Γιαννουλόπουλος, επισημαίνει ότι διαμορφώνεται ένα «εχθρικό περιβάλλον για τους ξένους, και δη των Ευρωπαίων και των Ελλήνων», όσοι από τους οποίους θελήσουν να έρθουν στη χώρα μετά τις 29 Μαρτίου, θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένα οικονομικά κριτήρια για την παραμονή τους, ενώ είναι αμφίβολο εάν οι Έλληνες φοιτητές θα μπορέσουν να διατηρήσουν το δικαίωμα σε ευνοϊκά δάνεια που ισχύουν σήμερα για να διευκολύνουν τις σπουδές τους ή ακόμη και στο κόστος των διδάκτρων, το οποίο αναμένεται να διπλασιαστεί.

Ο καθηγητής Δημήτρης Γιαννουλόπουλος

Σε ότι αφορά τη διαδικασία αναγνώρισης των δικαιωμάτων παραμονής (Settled Status) σχολιάζει ότι θα έπρεπε να έχει αναγνωριστεί εξ αρχής το δικαίωμα αυτό στους Ευρωπαίους πολίτες που ήδη βρίσκονται στη χώρα και ότι ακόμη και μετά την κατοχύρωσή του, εξακολουθεί να υπάρχει η αγωνία για την μέλλουσα ισχύ του.

Όπως υποστηρίζει, το αντιευρωπαϊκό κλίμα στη Βρετανία, επεκτείνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), από την οποία η χώρα επανειλημμένα έχει εκδηλώσει την επιθυμία να αποχωρήσει.

Άλλωστε, η συντηρητική βρετανική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στο μανιφέστο της να επανεξετάσει το θέμα μετά το Brexit.

Σχολιάζοντας τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν αυτή την εβδομάδα στη Βουλή των Κοινοτήτων με τις ψηφοφορίες των τροπολογιών επί της Συμφωνίας Αποχώρησης κάνει λόγο για «θέατρο του παραλόγου» που τείνει να οδηγήσει τη χώρα με μαθηματική ακρίβεια είτε σε μία έξοδο χωρίς συμφωνία ή σε συμφωνία με τους όρους που προς το παρόν η Βρετανία αρνείται να αποδεχθεί.

Αναφέρεται ακόμη στην επιθυμία των Remainers να γίνουν Returners, μία ενδεχομένως μακροπρόθεσμη λύση που βρίσκεται προς το παρόν σε ονειρικό στάδιο.

Έλληνες – Ευρωπαίοι στη Βρετανία μετά το Brexit

Στο σενάριο της εξόδου με συμφωνία θα υπάρξει  συγκεκριμένη χρονική περίοδος μετά τις 29 Μαρτίου, κατά την οποία θα μπορούν οι Ευρωπαίοι να έρχονται στη Βρετανία, διατηρώντας τη δυνατότητα να εγκαθιδρύουν δικαίωμα παραμονής στη χώρα.

«Αυτό είναι το ευνοϊκό σενάριο, καθώς από τη συμφωνία που θα υπάρξει θα προβλέπονται με λεπτομέρεια τα θέματα που αφορούν τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών. Οπότε θα είναι ομαλή η αποχώρηση από την ΕΕ και θα υπάρξει μέριμνα για τα περισσότερα από τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών και των Βρετανών στην ΕΕ» λέει ο κ. Γιαννουλόπουλος.

«Ωστόσο, στο ενδεχόμενο μη συμφωνίας οι συνέπειες θα είναι πιο δραματικές» συνεχίζει και εξηγεί:

Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούν να διατηρήσουν δικαίωμα παραμονής μόνο όσοι θα έχουν έρθει στην Βρετανία έως τις 29 Μαρτίου. Από εκεί και έπειτα θα υπάρξει ένα διάστημα για να τεθεί σε ισχύ η νέα νομοθεσία για το μεταναστευτικό – δεν είναι ακόμη βέβαιο πότε θα γίνει αυτό. Στην ουσία όσοι έρχονται μετά τις 29 δεν θα μπορούν να εγκαθιδρύσουν αυτό το δικαίωμα και θα υπόκεινται στο νέο περιοριστικό καθεστώς.

«Για όσους έρχονται για τουριστικούς λόγους, το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα απαιτείται βίζα, αλλά ίσως κάποια αίτηση και παράβολο, και σίγουρα μόνο με διαβατήριο, αντί της ταυτότητας. Για όσους θέλουν να έρθουν για παραμονή και εργασία τα κριτήρια θα είναι αμιγώς οικονομικά και θα έχουν σχέση με το ύψος του μισθού που θα λαμβάνουν (το όριο που τίθεται μέχρι στιγμής είναι οι 30.000 λίρες ετησίως).»

» Στην περίπτωση αυτών που θα έχουν βρει εργασία με χαμηλότερη αμοιβή, θα δίνεται η δυνατότητα παραμονής – αν και ακόμη δεν είναι βέβαιο – για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Για παράδειγμα θα μπορούν να μείνουν 12 μήνες, και στη συνέχεια να απέχουν για άλλους 12 πριν ξαναεπιστρέψουν».

«Χωρίς να έχει γίνει ακόμη το Brexit, η έλευση των Ευρωπαίων στη Βρετανία έχει μειωθεί δραματικά μετά το δημοψήφισμα για τo Brexit από τις 189.000 που καταγράφηκαν τον Ιούνιο του 2016 στις 74.000 τον Ιούνιο του 2018. Αυτό γίνεται κατ’ επιλογή γιατί βλέπουν ότι δεν υπάρχει προοπτική, λόγω της αλλαγής του κλίματος που γίνεται εχθρικό προς τους ξένους, αλλά και για λόγους αμιγώς οικονομικούς» επισημαίνει ο καθηγητής.

Εξανεμίζονται τα κίνητρα για σπουδές στη Βρετανία

Το κίνητρο σπουδών στη Βρετανία, φαίνεται να εξανεμίζεται και αυτό, καθώς η επιλογή της Βρετανίας, πέρα από ένα πανεπιστήμιο υψηλού κύρους, σήμαινε για τους περισσότερους και επαγγελματική αποκατάσταση.

«Αυτό θα γίνει από δύσκολο έως αδύνατο γιατί στο μέλλον οι φοιτητές θα μπορούν να μείνουν στη χώρα για έξι μήνες μετά το προπτυχιακό πρόγραμμα και για 12 μετά το διδακτορικό. Εάν στο διάστημα αυτό πληρούν τα μισθολογικά κριτήρια θα μπορούν να παραμείνουν. Αλλά είναι δύσκολο ένα υψηλό εισόδημα αμέσως μετά την αποφοίτηση» εξηγεί.

Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι φοιτητές καθώς φαίνεται δεν θα έχουν πρόσβαση στα δάνεια της βρετανικής κυβέρνησης, τα οποία μέχρι σήμερα είχαν τη δυνατότητα να αποπληρώνουν με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους.

«Τα βρετανικά αυτά δάνεια δεν δίνονται σε φοιτητές εκτός ΕΕ, και εάν δίνονται δεν έχουν τους ευνοϊκούς όρους που ισχύουν τώρα για τους Ευρωπαίους φοιτητές».

Η εξομοίωση των Ευρωπαίων φοιτητών με αυτούς από τις τρίτες χώρες, μετά το Brexit θα έχει επίπτωση και στο κόστος των διδάκτρων που σήμερα ανέρχεται σε 9.250 λίρες.

«Οι φοιτητές εκτός ΕΕ πληρώνουν δίδακτρα 15, 16 και 17.000 λιρών. Η εξομοίωση αυτή για τους Ευρωπαίους φοιτητές μπορεί να γίνει μέσα σε μία νύχτα» σύμφωνα με τον κ. Γιαννουλόπουλο, ο οποίος προσθέτει:

«Οι φοιτητές που σκόπευαν να έρθουν στη Βρετανία για την ακαδημαϊκή χρονιά 2019-20, δηλαδή από τον Σεπτέμβριο, μπορούν ακόμη να το κάνουν με τους ίδιους ευνοϊκούς όρους που ισχύουν σήμερα, αν η αποχώρηση γίνει με συμφωνία. Και ενδεχομένως να μπορούν και αυτοί να εγκαθιδρύσουν δικαίωμα παραμονής, λόγω της μεταβατικής περιόδου. Αργότερα, για κάποιους ίσως να είναι απαγορευτικό να σπουδάσουν στη Μεγάλη Βρετανία».

Σε ότι αφορά το δικαίωμα παραμονής στη χώρα (settled status), που αφορά περίπου 3,5 εκατομμύρια μετανάστες που ήδη βρίσκονται στη Μ. Βρετανία, και θα τεθεί σε πλήρη εφαρμογή επιγραμμικά (online) στις 29 Μαρτίου, ο καθηγητής Νομικής υποστηρίζει ότι τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα για την συγκεκριμένη νομοθεσία που εγκρίθηκε τον περασμένο Ιούλιο.

Όπως λέει, είναι αρχικά θετικό ότι ξεκίνησε η διαδικασία αναγνώρισης του δικαιώματος, αλλά υπάρχει η ανησυχία ότι οι πολίτες της ΕΕ θα αντιμετωπίζονται σταδιακά όπως και αυτοί των τρίτων χωρών. «Δυστυχώς η βρετανική κυβέρνηση χρησιμοποίησε τα αναφαίρετα αυτά δικαιώματα ως ένα από τα διαπραγματευτικά χαρτιά της, με βάση την απειλή της ενδεχόμενης μη αναγνώρισής τους. Θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να τους έχει αναγνωριστεί το αναφαίρετο δικαίωμα παραμονής στη χώρα, ως επέκταση του δικαιώματος στον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, και να μην έχουμε αυτή τη συζήτηση 2,5 χρόνια μετά το δημοψήφισμα. Η διαδικασία settled status δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αγωνία των ανθρώπων. Αναρωτιούνται για το εάν το χαρτί που θα πάρουν θα έχει ισχύ στο μέλλον ή για το πως οι διαφορές μεταξύ Βρετανών και ξένων θα μετουσιωθούν σε πράξη μέσα στα επόμενα χρόνια» αναφέρει.

Με βάση το settled status, όσοι έχουν ήδη συμπληρώσει πέντε έτη παραμονής στη χώρα, θα μπορούν να εγκαθιδρύσουν δικαίωμα παραμονής επ’ αόριστο. Εάν όχι θα τους δοθεί δικαίωμα να συμπληρώσουν τα πέντε έτη, με προσωρινό καθεστώς παραμονής, αρκεί να μη φύγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα από τη χώρα.

Σε ότι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικότερα, ο καθηγητής αναφέρει ότι μέσα στο γενικότερο αντιευρωπαϊκό κλίμα, η Βρετανία συνδέει την αποχώρησή της από την ΕΕ με μία αποχώρηση και από την ΕΣΔΑ, αλλά προς το παρόν αυτό θα επανεξεταστεί μετά το Brexit.

«Ο χάρτης θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ είναι ένα από τα λίγα νομοθετήματα της ΕΕ που δεν θα συνεχίσουν να είναι σε εφαρμογή αφότου γίνει η αποχώρηση. Αυτό αποτελεί άσχημη εξέλιξη για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Μ. Βρετανία, ως προς την κατοχύρωση των προσωπικών δεδομένων για παράδειγμα. Θα είναι λοιπόν οδυνηρό εάν αυτή συνδυαστεί και με την επαπειλούμενη αποχώρηση από το σύστημα της ΕΣΔΑ» εξηγεί.

Παράδοση «άνευ όρων» της Βρετανίας τα τελευταία λεπτά;

Η εβδομάδα που πέρασε ήταν μία ακόμη κρίσιμη καμπή για την βρετανική κοινωνία, καθώς κρινόταν στο κοινοβούλιο η μελλοντική πορεία της συμφωνίας για το Brexit.

Οι βουλευτές κλήθηκαν να ψηφίσουν τις αλλαγές που προτείνουν σε αυτή και το αποτέλεσμα θεωρήθηκε από πολλούς αμφιλεγόμενο, απογοητευτικό και επικίνδυνο, καθώς λίγες μέρες πριν την προθεσμία εξόδου και μετά από 2,5 χρόνια συζητήσεων και διαπραγματεύσεων, η βρετανική πολιτική ηγεσία παραμένει εγκλωβισμένη σε διλήμματα και αναζητά λύσεις της τελευταίας στιγμής για το είδος της συμφωνίας που επιθυμεί.

Επικίνδυνο, γιατί ο χρόνος μετράει γρήγορα αντίστροφα και δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας σχεδιασμός για την ελαχιστοποίηση των συνεπειών από ένα no-deal Brexit.

Εξάλλου, σε εκδήλωση με τον τίτλο «The state we are in» που διοργάνωσε αυτή την εβδομάδα η Νομική Σχολή του πανεπιστημίου του Λονδίνου και το «Britain in Europe», επιχειρήθηκε η περιγραφή του αντίκτυπου του Brexit για το μέλλον της χώρας «υπό το χείλος του γκρεμού».

Ο βασικός ομιλητής, Γουίλ Χάτον, πρύτανης του Χέρτφορντ College της Οξφόρδης, οικονομικός αναλυτής και συγγραφέας του ομώνυμου best seller (The state we are in, 1995) περιέγραψε με μελανά χρώματα την οικονομική κατάσταση στην οποία θα βρεθεί η χώρα μετά το Brexit και επεσήμανε τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει με τις εμπορικές συμφωνίες που θα συνάψει με το καθεστώς του μη μέλους της ΕΕ.

Μάλιστα, συνέκρινε την κοινωνική ανισότητα με αυτή της δεκαετίας του ’90 (στον απόηχο των πολιτικών της Θάτσερ), λέγοντας ότι ακόμη μεγαλύτερες ανισότητες παρατηρούνται σήμερα στον αγγλικό βορρά.

Ο βετεράνος πολιτικός αρθρογράφος και παρουσιαστής, Στίβ Ρίτσαρντς, σχολίασε πολύ χαρακτηριστικά σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στη Βουλή λέγοντας: «πρόκειται για την πιο τρελή αλλαγή του έπους του Brexit. Μία τροπολογία που έπιασε πάτο στην συμφωνία της Μέι, γίνεται θρίαμβος για την Μέι. Οι Τόρις επευφήμησαν τον Κάμερον μετά την υπόσχεσή του για ένα δημοψήφισμα. Η Μέι έκανε μία παρόμοια συμμαχία και σαν τον Κάμερον κινείται προς την καταδίκη της».

Όπως δήλωσε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο κ. Γιαννουλόπουλος, αυτό που παρακολουθούμε στο βρετανικό κοινοβούλιο είναι «ένα ταξίδι στη χώρα της φαντασίας».

Όπως λέει, η Τερέζα Μέι κάλεσε το κόμμα της να ταχθεί πίσω από την τροπολογία ενάντια στο backstop, την ασφαλιστική δικλείδα για το σύνορο στη Βόρεια Ιρλανδία, την οποία η ίδια είχε αρχικά φέρει στη Βουλή και υποστήριξε με θέρμη, λέγοντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης.

«Ποιο θα μπορούσε να είναι το εναλλακτικό μέτρο για να αποτρέψει την δημιουργία σκληρού συνόρου στην Ιρλανδία;» αναρωτιέται ο καθηγητής και απαντά ότι αν υπήρχε κάποια λύση, όπως για παράδειγμα με κάποιους είδους τεχνολογικά μέσα, θα είχε προταθεί έως τώρα.

«Η Τ. Μέι προέκρινε για άλλη μία φορά το συμφέρον του κόμματός της. Ανησυχία όλων είναι ότι επιχειρούνται στρατηγικές που καθυστερούν απλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη μη συμφωνία».

Από την άλλη, υπήρξε το πρόβλημα με μία μειοψηφία βουλευτών των Εργατικών που δεν ψήφισαν σύμφωνα με τις επιλογές του κόμματός τους, φοβούμενοι την επιθυμία των πολιτών για άμεση λύση, και πως μία παράταση θα θεωρούνταν ως μία ακόμη προσπάθεια αποφυγής του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

Ο καθηγητής εκτιμά ότι μετά τις 29 Μαρτίου αυτό που διαφαίνεται ως πιο πιθανό είναι είτε το Brexit χωρίς συμφωνία ή μία συμφωνία με τους όρους που προς το παρόν η Βρετανία αρνείται να αποδεχθεί.

«Πιο πιθανό θεωρώ να υπάρξει παράδοση άνευ όρων της Βρετανίας στα τελευταία λεπτά της προθεσμίας, παρά το αντίθετο» λέει και εξηγεί ότι πολλοί οπαδοί του Brexit ισχυρίζονται όλο και πιο έντονα ότι η ΕΕ κάνει πάντα πίσω στο τελευταίο λεπτό.

«Αυτό που δεν αναφέρουν βέβαια είναι ότι συνήθως οι συμφωνίες που επιτυγχάνονται με τον τρόπο αυτό είναι στην ουσία επωφελείς για την ΕΕ. Μπορούμε να το δούμε και στο παράδειγμα της Ελλάδας, όπου οδηγηθήκαμε σε διλήμματα του τελευταίου λεπτού με πολύ πιο δυσμενείς λύσεις από τη συμφωνία που αρχικά θα μπορούσαμε να έχουμε πετύχει» είπε.

Μπορεί να επιστρέψει στον μέλλον στην ΕΕ;

Απαντώντας στο ερώτημα εάν η Βρετανία θα μπορεί στο μέλλον να επιστρέψει στην Ευρώπη, εκτιμά ότι από νομικής πλευράς είναι εφικτό, όπως με όλα τα υποψήφια προς ένταξη κράτη, το ίδιο και πολιτικά, εάν η ΕΕ εξακολουθήσει να βρίσκεται στην θέση που έχει σήμερα.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε κυρίως την ωρίμανση ενός τέτοιου κλίματος στην κοινωνία, ίσως μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα.

«Θα ήταν θρίαμβος για την ΕΕ εάν η Βρετανία επέστρεφε στην αγκαλιά της. Αν αφουγκραστεί ο κόσμος τις οδυνηρές συνέπειες του Brexit, αυτό ίσως οδηγήσει σε μία ευρύτερη κοινωνική συνείδηση υπέρ της επιστροφής, αλλά δεν ξέρουμε πόσο καιρό θα πάρει κάτι τέτοιο. Θα χρησιμοποιήσω αυτό που υποστηρίζει ο καθηγητής ανθρωπίνων δικαιωμάτων του LSE, Κόνορ Γκέρτι, ότι «κάποιοι από εμάς δεν είμαστε πλέον Remainers, είμαστε Returners» λέει χαρακτηριστικά.

Γράψτε το σχόλιο σας