Στις 25 Ιανουαρίου του 1996 ο τότε δήμαρχος Καλύμνου, Δημήτρης Διακομιχάλης, ανέβηκε στην βραχονησίδα των Ιμίων, συνοδευόμενος από τοπικό αστυνομικό διευθυντή και ρεπόρτερ, και ύψωσε την ελληνική σημαία, θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα στην Τουρκία, η οποία από τον προηγούμενο μήνα δημιουργούσε προβλήματα στην περιοχή και είχε εγείρει εδαφικές αξιώσεις. Η εικόνα μεταδόθηκε και από τα τουρκικά ΜΜΕ προκαλώντας σάλο στην Τουρκία. Δυο μέρες μετά, δυο δημοσιογράφοι της Χουριέτ κατέβηκαν στη βραχονησίδα με ελικόπτερο, υπέστειλαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν τη δική τους. Ανταπαντώντας την επομένη, αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού υπέστειλαν την τουρκική σημαία αλλά, παρότι δεν είχαν εντολή γι’αυτό, ύψωσαν και πάλι την ελληνική. Τη συνέχεια τη θυμόμαστε όλοι.

Κάπως έτσι, σε μια περίοδο προκλητικότητας, ξέσπασε αυτό στο οποίο αναφερόμαστε σήμερα ως κρίση των Ιμίων. Μια κρίση για την οποία δεν έχει βγει ένα συνεκτικό, κοινό, εθνικό αφήγημα, με ευθύνη των «υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων» του τόπου μας που κάνουν αντιπολίτευση με αυτό το θέμα ακόμη και σήμερα, ενώ άλλες δυνάμεις εκφράζουν κατά καιρούς, λιγότερο ή περισσότερο ευθέως, την αγανάκτηση τους για το ότι δεν οδηγηθήκαμε σε πόλεμο.

Αυτό στο οποίο συμφωνήσαμε όμως όλοι είναι ότι επρόκειτο για κρίση. Ήταν μια κρίση λοιπόν που ξεκίνησε από περιστατικά «ιδιωτικού πατριωτισμού» για να κλέψω την εξαιρετική διατύπωση του καθηγητή Παναγή Παναγιωτόπουλου. Από την ιδιωτική πρωτοβουλία κάποιου, του δημάρχου τότε, η οποία, με απλά λόγια, λέει πως κάθε Έλληνας πολίτης δικαιούται να απαντά στο κράτος της Τουρκίας με ιδιωτική δράση, βάζοντας την σημαία της χώρας του στο σημείο που υπάρχει διένεξη ως απόδειξη, επιβεβαίωση, ότι πρόκειται για ελληνικό έδαφος.

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι ένας ιδιώτης, ένας πολίτης, ανέλαβε να απαντήσει σε ένα γειτονικό κι επιθετικό κράτος. Το πρόβλημα είναι ότι στις κανονικές χώρες, αυτές που έχουν οργανωμένο πολίτευμα, όργανα, αρχές και εξουσίες με διαχωριστικές γραμμές κλπ, έχουμε συμφωνήσει μεταξύ μας, σιωπηλά, ότι την αρμοδιότητα αυτή την έχουμε παραχωρήσει απολύτως, πλήρως, στο κράτος.

Ανεξαρτήτως του πως νιώθει κάποιος για τα σύμβολα του Έθνους και κατά πόσο τον συγκινούν ατομικά, οι σημαίες έχουν παντού μια συγκεκριμένη λειτουργία.  Η γαλανόλευκη είναι σύμβολο της ελληνικής δημοκρατίας, «μαρκάρει» ό,τι είναι δικό της. Γι’ αυτό, άλλωστε, υπάρχει πρωτόκολλο για το που τοποθετούνται, σε τι θέση κλπ (ασχέτως αν φροντίζει η πολιτεία για την τήρηση του, πάντως υπάρχει). Συνεπώς, τις σημαίες τις βάζει η πολιτεία γιατί όπου υπάρχει σημαία πρέπει να υπάρχει και κάποιος εκεί, κάποιος ο οποίος, αν χρειαστεί, θα την υπερασπιστεί κιόλας. Κι αυτός ο κάποιος είναι το κράτος, που ασκεί τον «δημόσιο πατριωτισμό». Απλά πράγματα.

Ας δεχτούμε – για την οικονομία της συζήτησης και μόνο – ότι η πρωτοβουλία «ιδιωτικού πατριωτισμού» των τριών νεαρών από τους Φούρνους ήταν αυθόρμητη, άδολη, χωρίς ίχνος πολιτικής υποκίνησης ή σκοπιμότητας, όπως επιμένουν οι ίδιοι. Σε μια χώρα που έχει την εμπειρία του πως εξελίχθηκε μια αντίστοιχη πρωτοβουλία το 1996 θα έπρεπε να είναι σαφές πως η συζήτηση του «αν επιτρέπεται να βάζω μια σημαία όπου μου καπνίσει αφού είναι ελληνικό έδαφος» είναι απλώς εκτός θέματος, εκτός τρέχουσας ελληνικής πραγματικότητας.

Οι παλικαρισμοί με το επιχείρημα «στο σπίτι μου κάνω ό,τι θέλω», που ακούστηκαν σε δημοφιλείς τηλεοπτικές εκπομπές, αν δεν ήταν επικίνδυνοι θα ήταν απλώς κωμικοί. Καταρχάς γιατί υποβιβάζει και βγάζει εκτός πλαισίου την ίδια την πράξη των τριών, καθώς δεν ανέβασαν σημαία στο πάρκο της Φιλοθέης ή την πλατεία Συντάγματος αλλά σε σημείο διένεξης για να στείλουν συγκεκριμένο μήνυμα. Αφετέρου, γιατί αυτοί που το εκφέρουν, εφόσον το εννοούν, θα πρέπει να έχουν πολύ περίεργη άποψη για το τι είναι ο δημόσιος χώρος. Ο δημόσιος χώρος της πατρίδας σου δεν είναι το σπίτι σου και βεβαίως οι ίδιοι κύριοι δεν θα έλεγαν αυτή την κουταμάρα αν σε δημόσιο χώρο συνέβαινε κάτι που δεν τους ταιριάζει ιδεολογικά, αν, π.χ. σχολίαζαν την εικόνα της πλατείας Εξαρχείων (δημόσιος χώρος επί ελληνικού εδάφους) ή την ανάρτηση ενός πανό για το Gay Pride στην πλατεία της Μητρόπολης (δημόσιος χώρος επί ελληνικού εδάφους). Αφήστε δε που αυτό το σκεπτικό αν το κάνουμε τράμπα, έτσι για να το διασκεδάσουμε και λίγο, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως έχουμε ένα δικαίωμα κι εμείς πάνω στα σπίτια τους, οπότε θα είχα μερικές ενδιαφέρουσες προτάσεις διακόσμησης με συγκεκριμένες σημαίες για κάποια συγκεκριμένα μπαλκόνια.

Το κερασάκι στην τούρτα το έβαλε όμως ο Πάνος Καμμένος. Η κάπως σκληρή αντίδραση του υπουργού Εθνικής Αμύνης απέναντι στην πράξη των τριών νεαρών θα έκανε κάποιον να αναρωτιέται τι μεσολάβησε από τότε που κραύγαζε για τον «προδότη Σημίτη», τον Πάγκαλο και τις «σημαίες που δεν τις παίρνει ο αέρας». Κι επειδή κάποιοι κακοπροαίρετοι άνθρωποι θα πουν ότι μεσολάβησε η καρέκλα, ας θυμίσουμε ότι το Φεβρουάριο του 2016 ήταν ο ίδιος που διαβεβαίωνε τον Νίκο Χατζηνικολάου στην εκπομπή Ενικός, ότι μπορεί όποιος θέλει να ανεβάσει σημαία στα Ίμια. Περιττό να σχολιάσει κανείς λοιπόν το κατά πόσο νομιμοποιείται να εκρήγνυται σήμερα ή να καλεί όσους προβαίνουν σε παλικαρισμούς να παίρνουν παραμάσχαλα κι ένα G-3 (με τον κίνδυνο μάλιστα αυτοί οι κάποιοι να το εκλάβουν ως προτροπή).

Είναι κάπως αποκαρδιωτικό να πρέπει να συζητάμε κάθε τρεις και λίγο σε αυτή τη χώρα για πράγματα που αλλού θεωρούνται αυτονόητα, επειδή έχουμε βαθιά άλυτα θέματα με το κράτος, με το τι συνιστά πατριωτισμό, τι είναι η σημαία κ.α. Είναι όμως αρκετά ανησυχητική η σκέψη ότι μπορεί πολίτες να παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους και να υποκαθιστούν αποκλειστικά δημόσιες λειτουργίες με ιδιωτικές πρωτοβουλίες τους. Είτε αυτό είναι ύψωση σημαίας σε σημείο διένεξης είτε είναι οι συζητήσεις για την αυτοάμυνα που ακούσαμε τις προηγούμενες εβδομάδες και που συνοδεύονταν με ευθείες αναφορές στην αναποτελεσματικότητα των οργάνων της δημόσιας τάξης. Είναι ακόμη πιο αποκαρδιωτική, δηλαδή, η υποψία ότι ο «δημόσιος πατριωτισμός» είναι, ή εν πάση περιπτώσει μοιάζει σε κάποιους, ατελής. Όσες φορές υπήρχε η τάση υποκατάστασης λειτουργιών της πολιτείας, η δημοκρατία αντιμετώπισε πραγματικά προβλήματα. Και, τέλος, όσες φορές στην ιστορία μας κυριάρχησε ο στόμφος των παλικαράδων η χώρα υπέστη βαριές εθνικές ήττες.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο