Τους Foo Fighters σχημάτισε στα τέλη του 1994 ο Αμερικανός Dave Grohl (γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 1969), πρώην ντράμερ των Nirvana, που άλλαξε όργανο και επέλεξε την κιθάρα και τα φωνητικά. Τη σύνθεση του γκρουπ στην πρώτη εκείνη μορφή του συμπλήρωσαν οι Pat Smear (κιθαρίστας, πρώην μέλος των Germs και ανεπίσημο «τέταρτο» μέλος των Nirvana στην τελευταία φάση της καριέρας τους), Nate Mendel (μπάσο) και William Goldsmith (τύμπανα). Οι δύο τελευταίοι έπαιζαν πριν στο σύνολο Sunny Day Real Estate από το Σιάτλ. Παρά τις αρκετές αναλογίες με τους Nirvana, ο ήχος των Foo Fighters αντιπροσωπεύει μια ιδιαίτερη και ολοκληρωμένη πρόταση σύγχρονου κιθαριστικού rock ‘n’ roll. Στα τραγούδια τους –τα οποία κατά κανόνα είναι φτιαγμένα με τρόπο που θα μπορούσε χωρίς δυσκολία να δικαιολογήσει μια καριέρα στα FM- ρόλο ραχοκοκαλιάς παίζει ο μελωδικός αλλά και σκληρός ροκ ήχος, που συχνά φτάνει σε επικές διαστάσεις και αγκαλιάζει μια ποικιλία από ηχητικά στιλ όπως οι ευαίσθητες μπαλάντες, το εξωστρεφές rock, η power pop.
Στις 6 και 7 Ιουνίου του 2008, σε δυο παραστάσεις τα εισιτήρια για τις οποίες εξαντλήθηκαν μέσα σε 24 ώρες από την έναρξη της διάθεσής τους, οι Foo Fighters πραγματοποίησαν τις δυο μεγαλύτερες συναυλίες στην ιστορία του γκρουπ και παράλληλα δυο από τα μεγαλύτερα ροκ σόου που φιλοξένησε ποτέ το στάδιο Γουέμπλεϊ του Λονδίνου. Ο Grohl και η παρέα του δεν δυσκολεύτηκαν να γεμίσουν ένα από τα μεγαλύτερα στάδια στην Ευρώπη, χωρητικότητας 90.000 θεατών, την έδρα της εθνικής ποδοσφαιρικής ομάδας της Αγγλίας. Η συναυλία έγινε από μια σκηνή που στήθηκε στο ένα άκρο του γηπέδου, επέκταση της οποίας αποτελούσε ένας μεγάλος διάδρομος που διέτρεχε όλο τον αγωνιστικό χώρο. Την επιβλητική εικόνα της τεχνικής υποδομής τονίζουν ακόμη περισσότερο ο ηχητικός εξοπλισμός και οι εγκαταστάσεις φωτισμού και εφέ.
Το ρεπερτόριο των συναυλιών περιλάμβανε επιλογές και από τα έξι άλμπουμ της μέχρι σήμερα καριέρας του γκρουπ, δηλαδή τα “Foo Fighters” (1995), “The Colour and the Shape” (1997), “There Is Nothing Left to Lose” (1999), “One by One” (2002), “In Your Honor” (2005) και “Echoes, Silence, Patience & Grace” (2007). Από αυτά στο DVD “Foo Fighters: Live At Wembley Stadium” ανθολογούνται μαγνητοσκοπήσεις δεκαοκτώ τραγουδιών, μεταξύ των οποίων και τα δημοφιλή “Times Like These”, “Everlong”, “Monkey Wrench”, “Learn To Fly”, “All My Life”.
Η βασική σύνθεση του συγκροτήματος περιλάμβανε τους Dave Grohl (κιθάρα, φωνητικά), Taylor Hawkins (ντραμς), Nate Mendel (μπάσο) και Chris Shiflett (κιθάρα). Περιστασιακά επί σκηνής τους πλαισιώνουν ο –εκ των ιδρυτικών μελών- κιθαρίστας Pat Smear, ο κιμπορντίστας Rami Jaffee, ο βιολονίστας και τσελίστας Jessy Greene και ο περκασιονίστας Drew Hester.
Το εκρηκτικό σόου ανάβει τα αίματα τόσο των ερμηνευτών όσο και των θεατών, οι οποίοι απολαμβάνουν τη μουσική αλλά και τη σκηνική παρουσία των μελών του γκρουπ, που εμφανίζονται όχι μόνο σε άριστη καλλιτεχνική φόρμα αλλά και σε άριστη φυσική κατάσταση. Στο μέσο περίπου του σετ τα πνεύματα ηρεμούν κάπως καθώς οι ηλεκτρικοί ενισχυτές κλείνουν για ένα διάλειμμα ακουστικού ήχου με τα τραγούδια “Marigold”, “My Hero” και “Cold Day In The Sun”.
Το τέλος της συναυλίας επεφύλασσε μια έκπληξη η οποία ενθουσίασε το κοινό, καθώς δυο μέλη των Led Zeppelin, o Jimmy Page και ο John Paul Jones ανέβηκαν στη σκηνή και ερμήνευσαν μαζί με τους Foo Fighters τις επιτυχίες των Zeppelin “Ramble On” και “Rock ‘n’ Roll”. Στο τελευταίο ο Grohl άλλαξε θέση με τον Hawkins και κάθισε τα ντραμς, ενώ ο Hawkins ανέλαβε τα φωνητικά.
Δικτυακός τόπος: http://www.myspace.com/foofighters