Στο ένα τάσι της ζυγαριάς μια ερμηνεύτρια που έχει δώσει την ψυχή της στο τραγούδι. Διακρίθηκε στο λαϊκό και στο παραδοσιακό ρεπερτόριο, δοκιμάστηκε με επιτυχία σε άλλα είδη, αλλά εν πολλοίς έμεινε αναξιοποίητη, με αποτέλεσμα η προσωπική της δισκογραφία να μην είναι πάντα αντάξια των δυνατοτήτων της. Στο άλλο τάσι ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Από τη στροφή της χιλιετίας και έπειτα τα έργα του γνώρισαν ουκ ολίγες νέες εκτελέσεις. Ωστόσο, έως ότου φτάσει στη Γλυκερία, το νήμα των επανεκτελέσεων έπρεπε να περάσει από καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς, αναμφισβήτητα άξιους, αλλά και από ονόματα που ουδεμία σχέση είχαν και έχουν με το έργο του Μίκη (Βίκυ Λέανδρος, Αντώνης Ρέμος). Μυστήριο… τρένο η ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα· πλην όμως, τέλος καλό όλα καλά. Μίκης Θεοδωράκης και Γλυκερία πραγματοποιούν μια συνάντηση που έπρεπε να είχε γίνει πολύ καιρό πριν. Καρπός αυτής της συνεργασίας είναι ένα διπλό CD, προορισμένο να κοσμεί κάθε δισκοθήκη.
Σύμφωνα με το συνθέτη, η ιστορία έχει ως εξής: Υπήρχαν τραγούδια, ηχογραφημένα με τις φωνές του Γρηγόρη Μπιθικώτση και του Στέλιου Καζαντζίδη κυρίως, που δεν είχαν γίνει ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύ κοινό. Ο Μπιθικώτσης, μάλιστα, είχε προτείνει να μπουν όλα σε ένα δίσκο με τίτλο «Τα Αδικημένα»… Μια συναυλία στο Λυκαβηττό γέννησε την ιδέα, ώστε αυτό το υλικό να ηχογραφηθεί ξανά με τις φωνές της Γλυκερίας και του Πασχάλη Τερζή. Ο Τερζής ανταποκρίθηκε μόνο με φιλική συμμετοχή (το μυστήριο… τρένο που λέγαμε) και το βάρος της ερμηνείας έπεσε στους ώμους της Γλυκερίας. Έτσι, γεννήθηκε ο δίσκος «Τα Θεμέλιά μου στα Βουνά», με τίτλο δανεισμένο από το «Aξιον Εστί» του Ελύτη και με περιεχόμενο τριάντα επτά συνθέσεις του Μ.Θεοδωράκη (ζεϊμπέκικα, χασάπικα, απτάλικα και ασίκικα).
Για τα κομμάτια έχει ήδη αποφανθεί η ιστορία. Μερικά είναι χιλιοτραγουδισμένα («Πού πέταξε τ’ αγόρι μου», «Δραπετσώνα», «Μέρα Μαγιού»), αλλά τα περισσότερα βρίσκονταν κρυμμένα σε κύκλους τραγουδιών, όπως οι «Πολιτείες» (Α΄ και Β΄), «Τα Λαϊκά», «Ασίκικο Πουλάκη», «Στην Ανατολή». Η προσέγγιση είναι αυτό που επιβάλλεται να ανακαλύψει κανείς. Σε κορυφαία στιγμή, μια ώριμη Γλυκερία βγάζει από μέσα της πόνο, σπαραγμό, λεβεντιά, σθένος, ακόμα και όταν συνοδεύεται μόνο από ένα πιάνο. Αποδίδοντας το λόγο δημιουργών όπως ο Γκάτσος, ο Παπαδόπουλος, ο Ελευθερίου, ο Λειβαδίτης, ο Τριπολίτης, ενώνει την αύρα της με την αύρα έργων που έχουν περάσει στη συλλογική μνήμη και ανεβαίνει στο βάθρο των μεγάλων του λαϊκού τραγουδιού. Είναι από τις λίγες φορές που οι έπαινοι των επωνύμων –κάτι σύνηθες στα ένθετα των CD– ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα.
Ο Πασχάλης Τερζής προσδίδει σε τρία τραγούδια τη στιβαρότητα και το λαϊκό ήθος που τους πρέπει. Ο Δημήτρης Μπάσης, ο οποίος το 2001 είχε κάνει ολόκληρο δίσκο με τον Θεοδωράκη, δείχνει να έχει κατακτήσει τη δωρικότητα των παλιών. Τέλος, ο Γιώργος Νταλάρας βάζει τη δική του διακριτική πινελιά σε αυτό το εξαιρετικό σύνολο, κάνοντας δεύτερη φωνή στο τραγούδι «Έχω μια αγάπη».