36

Το ποσοστό των νηπίων που πεθαίνουν πριν κλείσουν τα πέντε τους χρόνια μειώθηκε κατά 27% τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε παγκόσμιο επίπεδο και αναμένεται να συνεχίσει την πτωτική του πορεία. 

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της UNICEF, το 2007 καταγράφηκαν 68 θάνατοι ανά 1.000 γεννήσεις ζωντανών βρεφών, συνολικά 9,2 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Συγκριτικά, το 1990 η αναλογία των θανάτων ήταν 93 ανά 1.000 γεννήσεις.

«Από το 1960, η παγκόσμια παιδική θνησιμότητα έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 60%, και τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι η πτωτική τάση  συνεχίζεται» δήλωσε η Ανν Βένεμαν, εκτελεστική διευθύντρια της υπηρεσίας των Ηνωμένων Εθνών για τα παιδιά.

Τόνισε όμως ότι «πολλά ακόμα πρέπει να γίνουν», ειδικά στις αφρικανικές χώρες. Η υψηλότερη παιδική θνησιμότητα καταγράφεται στη Σιέρα Λεόνε, όπου σχεδόν ένα στα τρία (262 στα 1.000) παιδιά δεν ζει μέχρι τα πέντε.

Στα βιομηχανικά κράτη η παιδική θνησιμότητα είναι μόλις 6 θάνατοι ανά 1.000 γεννήσεις.

Η μείωση της παιδικής θνησιμότητας κατά τα δύο τρίτα από το 1990 έως το 2015 σε παγκόμιο επίπεδο είναι ένας από τους Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας που έχει θέσει ο ΟΗΕ.

Ο ίδιος αριθμητικός στόχος έχει τεθεί και για τη μητρική θνησιμότητα, η οποία σύμφωνα με ανεξάρτητη έκθεση της UNICEF παραμένει σημαντικό πρόβλημα.

Το 84% των γυναικών που πεθαίνουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού προέρχονται από την υποσαχάρια Αφρική. 

«Η τραγωδία είναι πως κάθε χρόνο πάνω από μισό εκατομμύριο γυναίκες χάνουν τη ζωή τους ως αποτέλεσμα επιπλοκών» δήλωσε ο Πίτερ Σαλάμα, διευθυντής του Τομέα Υγείας της UNICEF.

Η αιμορραγία είναι η πιο συνήθης αιτία θανάτου, ιδιαίτερα στην Αφρική και την Ασία. 

Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, η πιθανότητα μητρικού θανάτου είναι 1 στις 76, συγκριτικά με 1 ανά 8.000 στον βιομηχανικό κόσμο.

Η υψηλότερη αναλογία -1 στις 7- καταγράφεται στο Νίγηρα.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,Associated Press