Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street – Κριτική
Η ιστορία του Σουίνι Τοντ δημοσιεύθηκε πρώτη φορά σε βρετανικό περιοδικό στα μέσα του 19ου αιώνα. Αφορούσε σε έναν κουρέα που σκότωνε πλούσιους πελάτες, γκρεμίζοντάς τους στο υπόγειο και κόβοντάς τους το λαιμό, αν επιζούσαν από την πτώση. Στο μιούζικαλ του Στίβεν Σοντχάιμ (1979) ο κουρέας ονομάζεται Μπέντζαμιν Μπάρκερ. Επιστρέφει στο Λονδίνο με το ψευδώνυμο Σουίνι Τοντ και με σκοπό να σκοτώσει το διεφθαρμένο δικαστή που τον έστειλε εξορία στην Αυστραλία, για να του πάρει τη γυναίκα. Η μανία του για εκδίκηση είναι τέτοια που οι πελάτες περνούν από το λεπίδι του, ο ένας μετά τον άλλο. Η σπιτονοικοκυρά του επωφελείται από την κατάσταση. Κάνει κιμά με το κρέας των θυμάτων και γίνεται διάσημη για τις κρεατόπιτές της. Αυτή την εκδοχή υιοθέτησε ο Τιμ Μπάρτον και δημιούργησε ένα ατμοσφαιρικό παραμύθι, στο οποίο ο παθιασμένος έρωτας και το ρομάντζο συνυπάρχουν με την τρέλα, τη διαστροφή και με πίδακες αίματος που αναβλύζει κόκκινο από κομμένα λαρύγγια.
Σε εικαστικό επίπεδο το κινηματογραφικό «Sweeney Todd» είναι χάρμα οφθαλμών. Στην οθόνη ζωντανεύει ένα Λονδίνο της εποχής του Ντίκενς. Ο Τοντ και η κυρία Λάβετ μοιάζουν με αποτρόπαιες κούκλες, ενώ αράχνες, σκόνη, παλιωμένες δαντέλες και ένα φεγγάρι που καθρεφτίζεται σε βρόμικα νερά αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία των σκηνικών. Από εκεί και πέρα, δεν είναι σίγουρο ότι το σύνολο θα συγκινήσει κάθε θεατή. Τα τραγούδια απευθύνονται σε απαιτητικό κοινό και η σκοτεινιά, παρέα με το βρετανικό μαύρο χιούμορ, μάλλον απωθούν όποιον έχει συνηθίσει το φως της Μεσογείου. Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τις Χρυσές Σφαίρες και τις καλές κριτικές, η ταινία δεν πήγε καλά στο ελληνικό Box Office. «Έκλεισε» με 168.000 εισιτήρια, έπειτα από επτά βδομάδες προβολής.
Η ευρωπαϊκή έκδοση είναι εξαιρετική. Για τα δεδομένα της στάνταρτ ανάλυσης η αναμορφική εικόνα διαθέτει απαράμιλλη στιλπνότητα, άριστη ανάλυση και εκπληκτική απόδοση της ατμόσφαιρας του πρωτοτύπου. Το βελούδινο μαύρο που κυριαρχεί στα περισσότερα πλάνα γίνεται ο καμβάς για να απλωθεί μια ποικιλία σκούρων χρωμάτων – από το βαθύ κόκκινο του αίματος μέχρι τα ρούχα των ηθοποιών. Ως προς την μπάντα, η μουσική απλώνεται σε όλα τα κανάλια. Η φωνές των ηθοποιών είναι τοποθετημένες στο κέντρο, ενώ στα περιφερειακά ηχεία «γίνεται παιχνίδι» με τα όργανα της ορχήστρας. Στα έξτρα του δεύτερου δίσκου υπάρχουν πληροφορίες για το στήσιμο της παραγωγής, για τα γυρίσματα, για το μύθο του Σουίνι Τοντ, για το αυθεντικό μιούζικαλ, καθώς και για το Γκραν Γκινιόλ, ένα είδος θεάτρου με έργα φρίκης, που πρωτοεμφανίστηκε στο Παρίσι το 1897.
- Θεσσαλονίκη: Παραμένουν οι αγρότες των Μαλγάρων στο μπλόκο, χωρίς να κλείνουν δρόμους – «Δεν φεύγουμε»
- Η αποτυχία φωνάζει: Ξέρουμε τι θα δούμε με τον Λανουά στην ΚΕΔ
- IRIS: Όλα για το χαρτζιλίκι – Τι ισχύει
- «Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στα λάθη» – Ο Ντέιβιντ Mπέκαμ έσπασε τη σιωπή του για τον Μπρούκλιν
- ΣΥΡΙΖΑ για Κούρδους Συρίας: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη να μην συναινεί σιωπώντας, όπως έκανε στη Γάζα
- Μακρόν: Γιατί φορούσε γυαλιά ηλίου στο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός
