Όσοι έχουν επισκεφθεί τη Νέα Υόρκη μπορούν να το βεβαιώσουν: Αυτό που βλέπουμε στις διάφορες ταινίες ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι «η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ». Μια πολύβουη ανθρώπινη κυψέλη που σφύζει από ζωή και ενέργεια. Τέτοιες εικόνες πολυκοσμίας συνοδεύουν κάθε φιλμ που έχει γυριστεί στην αμερικανική μεγαλούπολη γι αυτό και η απουσία τους στην έναρξη του «I am Legend» είναι εντυπωσιακή. Βρισκόμαστε στο πολύ κοντινό μέλλον και η πόλη, χτυπημένη από ένα φοβερό ιό, όπως και η υπόλοιπη υφήλιος, έχει ερημώσει. Οι δρόμοι είναι άδειοι. Η άσφαλτος χορταριασμένη. Τους γνώριμους θορύβους έχουν αντικαταστήσει οι ήχοι της φύσης. Η δημιουργία του έρημου αυτού περιβάλλοντος αποτελεί και το μεγαλύτερο -για να μην πούμε το μοναδικό- επίτευγμα του σκηνοθέτη Φράνσις Λόρενς («Constantine») και των συνεργατών του. Γιατί, βέβαια, τα πλάνα με τις άδειες λεωφόρους δεν γυρίστηκαν εκ του φυσικού – είναι αδύνατον να απαγορεύσεις την κίνηση στα κεντρικά σημεία της Νέας Υόρκης. Έπρεπε, λοιπόν, η πόλη να «αδειάσει» με ψηφιακό τρόπο και, όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν, να κατασκευαστούν ψηφιακές μα απόλυτα αληθοφανείς μακέτες που θα αντικαθιστούσαν τις πραγματικές γειτονιές. Τα μόνα «ζωντανά» πλάσματα στην οθόνη είναι τα κατασκευασμένα σε υπολογιστή αγρίμια, που τρέχουν κυνηγημένα από το μοναδικό υγιή επιζώντα, το στρατιωτικό και επιστήμονα Ρόμπερτ Νέβιλ. Ο τελευταίος έχει εντάξει τη μοναχική ζωή του σε ένα αυστηρό πρόγραμμα. Το πρωί κάνει γυμναστική. Έπειτα κλείνεται μερικές ώρες στο εργαστήριό του και το απόγευμα βγαίνει έξω. Όμως, μόλις ο ήλιος δύσει, πρέπει να επιστρέψει στο θωρακισμένο του σπίτι, για να μην τον βρουν οι συμπολίτες του, οι οποίοι εξαιτίας του ιού έχουν μετατραπεί σε διψασμένα για αίμα, αλλά φωτοφοβικά πλάσματα? κάτι ανάμεσα σε ζόμπι και βρικόλακες.
Η ταινία έχει βασιστεί στο κλασικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Ρίτσαρντ Μάθεσον, του οποίου όμως… αλλάζει τα πετρέλαια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι προσπαθεί να παίξει σε πολλά ταμπλό. Θέλει να είναι και ταινία τρόμου και ταινία δράσης, ενώ παράλληλα προσπαθεί να αρθρώσει και ένα πολιτικο-φιλοσοφικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη πραγματικότητα. Φυσικά, αποτυχαίνει παταγωδώς, ενώ το εθνικοπατριωτικό φινάλε, που υμνεί τις παραδοσιακές αμερικανικές αξίες, είναι τόσο απροκάλυπτα προπαγανδιστικό, ώστε μπορεί να σε εξοργίσει. Ύστερα από όλα αυτά εύλογα αναρωτιέται κανείς γιατί αυτή η ταινία προτείνεται για θέαση. Οι λόγοι είναι τρεις: πρώτον, για τις προαναφερθείσες εικόνες της ερήμωσης, δεύτερον, για ορισμένες πολύ «δυνατές» σκηνές δράσης όπου ο ήρωας προσπαθεί να γλιτώσει από τα ψηφιακά ζόμπι και, τρίτον, διότι αν αντιμετωπίσεις το έργο σαν παρωδία -κάτι που φυσικά δεν ήταν ο σκοπός του Φράνσις Λόρενς-, μπορεί να σου προσφέρει σπάνια διασκέδαση.
Η έκδοση DVD που κυκλοφορεί στην Ελλάδα είναι η απλή του ενός δίσκου. Το DVD περιέχει την ταινία σε άψογη μεταφορά σε ψηφιακή μορφή. Η αψεγάδιαστη αναμορφική εικόνα είναι πεντακάθαρη και ισορροπημένη χρωματικά, ενώ ο ήχος 5.1 είναι άψογος, τόσο στις χαμηλόφωνες όσο και στις εκκωφαντικές στιγμές της ταινίας. Στο δίσκο υπάρχουν ακόμη κάποια ταινιάκια κινουμένων σχεδίων -στην ουσία πρόκειται για κόμικς στα οποία έχει δοθεί μια υποτυπώδης κίνηση- που περιγράφουν τις προσωπικές ιστορίες κάποιων επιζώντων από τον ιό σε άλλες περιοχές της Γης. Όποιος βέβαια το επιθυμεί μπορεί να αναζητήσει την ξένη έκδοση με τα δύο DVD, όπου στο δεύτερο δίσκο υπάρχει η ίδια ταινία με διαφορετικό φινάλε.