Όταν το 2007 άρχισε η διαφημιστική καμπάνια για το πρώτο μέρος της «Τριλογίας του Κόσμου», οι φήμες μιλούσαν για ένα νέο «Aρχοντα των Δαχτυλιδιών». Για ένα έπος του φανταστικού σινεμά που θα καθήλωνε το κοινό, θα έσπαγε τα ταμεία και θα σάρωνε τα Όσκαρ. Το μόνο αντεπιχείρημα προερχόταν από τη γνωστή παροιμία για τα καλάθια και τα κεράσια. Όταν έφτασε η ώρα της κρίσης, αποδείχθηκε πως, ως συνήθως, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.
Το «Αστέρι του Βορρά» δεν ήταν σε καμία περίπτωση «Aρχοντας των Δαχτυλιδιών» – κάτι έτσι και αλλιώς αναμενόμενο για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο του Φίλιπ Πούλμαν. Επιπλέον, τα ταμεία έμειναν… ακλόνητα, στη θέση τους, ενώ τα Όσκαρ, αν εξαιρέσουμε εκείνο των οπτικών εφέ, ταξίδεψαν σε άλλες πολιτείες και «Πατρίδες για Μελλοθάνατους». Πρέπει, εντούτοις, να παραδεχτούμε ότι όποιος επέλεγε το… μικρό καλάθι θα άφηνε απέξω αρκετά κεράσια. Οφείλουμε, επίσης, να ομολογήσουμε ότι η αποστολή του σεναριογράφου/σκηνοθέτη Κρις Βάιτζ ήταν πολύ δύσκολη, καθώς ήταν υποχρεωμένος να πλάσσει έναν κόσμο παρόμοιο με το δικό μας, που διέπεται όμως από διαφορετικούς φυσικούς νόμους. Ένα σύμπαν όπου κάθε άνθρωπος έχει στο πλευρό του την ψυχή του, με τη μορφή ζώου, όπου οι μάγισσες εξουσιάζουν τους αιθέρες και όπου οι πολικές αρκούδες μιλούν… φαρσί τα αγγλικά. Μία επιπλέον δυσκολία σχετίζεται με το ίδιο το βιβλίο του Πούλμαν. Αν και περιέχει πάρα πολλές εικόνες, είναι γεμάτο φιλοσοφικούς στοχασμούς, στοιχείο στο οποίο η τέχνη του σινεμά είναι… αλλεργική από τη φύση της.
Τηρουμένων των αναλογιών, ο Βάιτζ τα κατάφερε αρκετά καλά. Αν περάσει κανείς αλώβητος το κάπως αργόσυρτο πρώτο μέρος, θα αποζημιωθεί με μια μεγαλειώδη σε οπτικοακουστικό επίπεδο συνέχεια και με ένα φινάλε που ανοίγει έξυπνα τις πόρτες για τα σίκουελ. Συνολικά, η ταινία αφήνει την αίσθηση μια άρτιας επαγγελματικά δουλειάς, που όμως στερείται της έμπνευσης και του σκηνοθετικού αγγίγματος ενός δημιουργού της τάξης του Πίτερ Τζάκσον (αφού οι συγκρίσεις γίνονται αναφορικά με τον «Aρχοντα των Δαχτυλιδιών»). Το πιο δυνατό της σημείο είναι η καλλιτεχνική διεύθυνση, χάρη στην οποία σμίγουν στην οθόνη όλα τα επιμέρους οπτικά στοιχεία: τα αρ ντεκό κτίρια της Οξφόρδης, το παγωμένο παλάτι των άρκτων, οι χιονισμένες εκτάσεις του Βορρά, τα παράξενα μηχανήματα, τα αερόστατα, οι άμαξες. Σε ό,τι αφορά τα οπτικά εφέ, επιλέχτηκε ένας συνδυασμός χειροποίητων και ψηφιακών τεχνικών, με τις τελευταίες να κάνουν τη διαφορά. Μεγάλο επίτευγμα του επικεφαλής του τμήματος, Μάικλ Φινκ, και των συνεργατών του είναι τα διάφορα ψηφιακά δαιμόνια (οι ζωόμορφες ψυχές που αναφέραμε παραπάνω), αλλά και οι αρματωμένες λευκές αρκούδες του Βορρά. Ως προς το σχεδιασμό είναι ελάχιστα αληθοφανείς, αλλά κερδίζουν το θεατή με την εκφραστικότητά τους και με την πλαστικότητα των κινήσεών τους.
Στην ελληνική έκδοση των δύο DVD, που θα κυκλοφορήσει λίγο μετά τη μονή, rental βερσιόν, ο αγοραστής θα βρει ένα εξίσου αξιοπρόσεκτο περιεχόμενο. Η αναμορφική εικόνα, σε χορταστικό κάδρο 2,35:1, είναι σε γενικές γραμμές λαμπρή, διαυγής, με πλούσιες αποχρώσεις και με έντονα μαύρα τα οποία δεν στερούνται λεπτομέρειας. Οι μπάντες, τόσο στην Dolby όσο και στην DTS εκδοχή, δημιουργούν ένα εντυπωσιακό ηχητικό περιβάλλον, που σε αγκαλιάζει από όλες τις μεριές, ενώ τα έξτρα θα ικανοποιήσουν ακόμη και τον πιο φανατικό λάτρη της ταινίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει ένας τέτοιος μεταξύ των θεατών.