Η χρονιά της αποτυχίας των προφητών
37
Η Ιστορία δεν κάνει συνήθως τη χάρη στους μελετητές που θέλουν να την χωρίζουν σε ακριβείς περιόδους– καμιά φορά όμως τους λυπάται και τους χαρίζει χρονιές σαν το 1968, που ήταν ιστορικά σημαντική και για τους τρεις κόσμους στους οποίους αρέσκονταν οι παρατηρητές να διαιρούν τον πλανήτη μας κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου: ο «πρώτος κόσμος» ήταν ο κόσμος του δυτικού καπιταλισμού· ο «δεύτερος», ο κόσμος των κομμουνιστικών κρατών και ο «τρίτος», ο κόσμος της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερική. Θα μπορούσε κιόλας να έχει επί τούτου σχεδιασθεί το 1968, ώστε να χρησιμοποιηθεί σαν ιστορικό ορόσημο.
Κανείς από όλους εμάς που ζήσαμε το 1968, δεν θα το ξεχάσει· έγιναν γεγονότα που μας συγκίνησαν όλους, κατά τον ίδιο τρόπο που οι Αμερικανοί– και όχι μόνο αυτοί– θυμούνται ότι είχαν συγκινηθεί από τη δολοφονία του προέδρου Κέννεντυ. Τα θυμόμαστε όχι μόνο σαν πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ή εικόνες της τηλεόρασης, αλλά σαν κομμάτια της ζωής μας. Καθώς γράφω ξαναβλέπω μπροστά μου τον ορμητικό χείμαρρο των φοιτητών στους δρόμους του Παρισιού, αρχές του Μάη· και ανάμεσά τους, με κοστούμι και γραβάτα, τον αξιοσέβαστο ιστορικό της Γαλλικής Επανάστασης, τον φίλο μου Αλμπέρ Σομπούλ, που αποδοκίμαζε εκ βάθους ψυχής την αντικουλτούρα και την ετερόδοξη Αριστερά, αλλά αισθανόταν πως είχε ηθικό χρέος να συμπαραστέκεται quand le peuple descend dans la rue, όταν ο λαός βγαίνει στους δρόμους. Βλέπω τον εαυτό μου να περπατάει σε κοιλάδα της Ουαλίας κάποιο αυγουστιάτικο πρωινό, απελπισμένος, έχοντας ακούσει από το ραδιόφωνο τα νέα για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και μη θέλοντας να το πιστέψω. Πες «1968», κι όλοι εμείς που θυμόμαστε, βυθιζόμαστε στο παρελθόν, σε εκείνη την εξαιρετική χρονιά.
Βέβαια, όλοι όσοι θυμόμαστε αυτή τη χρονιά είμαστε πλέον γέροι ή μεσήλικες. Για να ζούσε κάποιος τότε θα πρέπει να είναι το λιγότερο τριάντα χρονών σήμερα [σσ: το κείμενο είναι γραμμένο το 1998] και κανένας κάτω από σαράντα πέντε δεν μπορεί στα αλήθεια να αποτιμά τη μεγάλη αυτή χρονιά σαν κομμάτι της συνειδητής ζωής του. Ετσι, προς όφελος των μετά το 1968 γενεών, ίσως θα ήταν χρήσιμο να θυμίσουμε στους εαυτούς μας τι ακριβώς συνέβη κατά τη διάρκεια των αξιοσημείωτων εκείνων δώδεκα μηνών.
Σχεδόν τα πάντα ήταν απρόσμενα: οι οικονομίες των δυτικών χωρών βρίσκονταν στην κορυφή της ανάπτυξης, της μεγαλύτερης εποχής ευημερίας που γνώρισαν ποτέ οι βιομηχανικές χώρες, και που οι Γάλλοι ονόμασαν αργότερα les trente glorieuses, τα τριάντα ένδοξα χρόνια. Τα τελευταία πράγματα που περίμεναν οι πολιτικοί τους ακόμη και οι προβεβλημένοι διανοούμενοι, ήσαν εξεγέρσεις σε πόλεις σαν το Παρίσι και η φαινομενικά ξαφνική μεταμόρφωση των νέων και νεανίδων της μεσαίας τάξης σε επαναστάτες. Το τελευταίο πράγμα που περίμενες να συμβεί, τότε, μέσα και έξω από τον κομμουνιστικό κόσμο, ήταν αυτό που συνέβη στην Τσεχοσλοβακία: το κομμουνιστικό κόμμα που κυβερνούσε να στραφεί επίσημα προς τον ανεκτικό πλουραλισμό. Ηταν ίσως δυνατόν να προβλέψει κανείς ότι οι ΗΠΑ, παρά την αδιαφιλονίκητη ισχύ τους, δεν θα κατάφερναν να διατηρήσουν την παρουσία τους στο Βιετνάμ, αλλά ποιος θα μπορούσε, ακόμη και τα Χριστούγεννα του 1967, να προβλέψει την επίθεση του Τετ και τον άμεσο αντίκτυπο που θα είχε στην πολιτική ζωή των ΗΠΑ;
Ακριβώς επειδή ήσαν απροσδόκητα και ξαφνικά τα γεγονότα του 1968, υπήρξαν τόσο εκπληκτικά και δραματικά. Και ζήσαμε πλήθος τέτοια γεγονότα… Η χρονιά άρχισε με την επίθεση του Τετ των Βορειοβιετναμέζων η οποία, όπως τώρα ξέρουμε, λύγισε την αποφασιστικότητα των ΗΠΑ και κατέστησε βέβαιη την ήττα τους στο Βιετνάμ. Σχεδόν αμέσως οδήγησε τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον στην απόφαση να μην είναι εκ νέου υποψήφιος, καθώς πιεζόταν και από τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις των φοιτητών. Αυτό είχε ως συνέπεια την εκλογή του Ρίτσαρντ Νίξον στην προεδρία των ΗΠΑ, τον ίδιο εκείνο χρόνο. Περίπου την ίδια εποχή, ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ ανέλαβε την ηγεσία του τσεχοσλοβακικού κομμουνιστικού κόμματος. Την παραίτηση του προέδρου Νοβότνι ακολούθησαν οι μεταρρυθμίσεις της «Ανοιξης της Πράγας», που φιλοδοξούσαν να καθιερώσουν τον «κομμουνισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Στις 20-21 Αυγούστου το καθεστώς του Ντούμπτσεκ ανατράπηκε από τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων στην Πράγα είχε προκαλέσει φοιτητικές διαδηλώσεις στην Πολωνία, που κατεστάλησαν βίαια. Στην πολωνική κυβέρνηση η κυρίαρχη εθνικιστική ομάδα που διακρινόταν και για τον αντισημιτισμό της κατηγόρησε τους εβραίους ότι υποκίνησαν τις διαδηλώσεις. Οι περισσότεροι από τους εβραίους που είχαν απομείνει στην Πολωνία– λίγες εκατοντάδες– υποχρεώθηκαν να την εγκαταλείψουν.
Την άνοιξη είχαμε και την κρίση στη Γαλλία. Τα «γεγονότα του Μάη», όπως ονομάστηκαν, δεν ήταν μόνο η μεγαλύτερη φοιτητική κινητοποίηση της γαλλικής ιστορίας: διευρύνθηκαν και οδήγησαν στη μεγαλύτερη ίσως γενική απεργία της ιστορίας της… Ο προβληματισμός για το κατά πόσον θα μπορούσε αυτή η λαμπρή αναστάτωση να εξελιχθεί στην πρώτη επανάσταση σε εποχή ειρήνης στην Ευρώπη, μετά την Ισπανία του 1936, ήταν έντονος εκείνη την εποχή. Πάντως, έστω και αν ο στρατηγός Ντε Γκωλ επέζησε της κρίσης, η παραίτησή του το επόμενο έτος ήταν η άμεση, έστω και καθυστερημένη συνέπεια του Μάη του 1968– όπως υπήρξε και η αναβίωση της Συμμαχίας της Αριστεράς, με την υιοθέτηση κοινού κυβερνητικού προγράμματος, στις αρχές της δεκαετίας του 70.
Τα γεγονότα του γαλλικού Μάη τα ακολούθησαν γρήγορα μαζικές φοιτητικές διαδηλώσεις στη Γιουγκοσλαβία, όπου έθεσαν μεταρρυθμιστικά αιτήματα. Ο πρόεδρος Τίτο είχε τη σοφία να ηρεμήσει τους φοιτητές στις 9 Ιουνίου. Το γεγονός ότι το φοιτητικό κίνημα έκανε την εμφάνισή του σχεδόν ταυτόχρονα, ανατολικά και δυτικά του λεγομένου τότε «σιδηρού παραπετάσματος», είναι από τα πιο χαρακτηριστικά και απρόσμενα στοιχεία του 1968.
Το φοιτητικό κίνημα δεν περιορίστηκε στη Δύση. Το φθινόπωρο, όταν το δράμα πέρασε ξανά πάνω από τον Ατλαντικό, στο Μεξικό αυτή τη φορά, το πιο θεαματικό επεισόδιο ήταν η σφαγή φοιτητών και πολιτών σε μεγάλη δημόσια συγκέντρωση που έγινε στην Πόλη του Μεξικού, λίγο προτού αρχίσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Η συγκέντρωση αυτή ήταν το αποκορύφωμα μεγάλων λαϊκών και φοιτητικών κινητοποιήσεων σε όλη τη χώρα. Αν και αντιμετωπίστηκε αμέσως με σκληρότητα, είναι χαρακτηριστικό ότι η πολιτική της μεξικανικής κυβέρνησης κινήθηκε αριστερότερα υπό την ηγεσία του επόμενου προέδρου, Λούις Ετσεβερία Αλβαρέζ (ο οποίος ως υπουργός Εσωτερικών ήταν υπεύθυνος για την αιματηρή καταστολή).
Αλλη μια απρόσμενη εξέλιξη σημειώθηκε στη Λατινική Αμερική. Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα το 1967 έβαζε τέλος στην ασύνετη κουβανική απόπειρα να διαδώσει την επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο, εξάγοντας τον ανταρτοπόλεμο στην αμερικανική ήπειρο, μετατρέποντας τον Τσε σε παγκόσμιο επαναστατικό εικόνισμα. Πάντως τον ρόλο του ανταρτοπολέμου φαίνεται να τον καλύπτουν πλέον προοδευτικά αντιιμπεριαλιστικά στρατιωτικά πραξικοπήματα (τα συντηρητικά πραξικοπήματα ήταν ήδη αρκετά γνωστά εντός και εκτός της Λατινικής Αμερικής, π.χ. στη Βραζιλία και στην Ελλάδα…) Αυτό που έγινε στον Παναμά, υπό τον στρατηγό Ομάρ Τορίχος, οδήγησε σε μακροχρόνια και έντονη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Το πιο σημαντικό από αυτά τα πραξικοπήματα το διέπραξε στο Περού η χούντα του στρατηγού Βελάσκο, και οδήγησε στην πιο τολμηρή αγροτική μεταρρύθμιση που πραγματοποιήθηκε ποτέ σε μη επαναστατικό καθεστώς του δυτικού ημισφαιρίου.
Τέλος, επιστρέφοντας στην Ευρώπη, βλέπουμε να αρχίζουν και οι ταραχές της Βορείου Ιρλανδίας με τις συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Λοντοντέρι. Στη Δυτική Γερμανία η απόπειρα δολοφονίας του ηγέτη των φοιτητών Ρούντι Ντούτσκε εγκαινίασε τη φάση της μαζικής κινητοποίησης των φοιτητών και στη χώρα αυτή– ενώ στην Ιταλία ο συνδυασμός φοιτητικών διαδηλώσεων και συγκρούσεων με την 24ωρη εργατική γενική απεργία προανήγγελλε τη μεγάλη αναστάτωση που θα ακολουθούσε και η οποία κορυφώθηκε κατά το λεγόμενο «θερμό φθινόπωρο» του 1969.
Ολα αυτά τα γεγονότα προσδίδουν ήδη αρκετή δραματικότητα στο 1968, ακόμη κι αν δεν συμπεριλάβουμε άλλα που έγιναν μεν πρωτοσέλιδα, αλλά είχαν ίσως μικρότερες συνέπειες– όπως ήσαν οι δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κένεντι, η απρόσμενη, ως συνήθως, εξέγερση στο Ουάτς, τη μαύρη συνοικία του ανθηρού Λος Αντζελες· ή όπως ήσαν οι συμβολικές πράξεις της αφροαμερικανικής ριζοσπαστικοποίησης, η υψωμένη γροθιά των μαύρων πρωταθλητών στο βάθρο των Ολυμπιακών Αγώνων. Και πρέπει πάντως να μνημονεύσουμε τουλάχιστον τέσσερα σημαντικά γεγονότα που εξελίσσονταν κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς και την σημάδεψαν, χωρίς να μπορούν να περιγραφούν με συγκεκριμένες ημερομηνίες.
Το πρώτο από αυτά ήταν η Μεγάλη Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο στην Κίνα, που έφθανε τότε στο αποκορύφωμά της. Πρόκειται για περίοδο την οποία ο κινεζικός λαός θα προτιμούσε να ξεχάσει, αλλά στη Δύση, όπου ελάχιστα γίνονταν γνωστά για την Κίνα, κυριάρχησε μια σύντομης διάρκειας μόδα για τον «μαοϊσμό», κυρίως μεταξύ των νεαρών διανοουμένων που γοητεύθηκαν από το κάλεσμα του «Μεγάλου Τιμονιέρη» για διαρκή επανάσταση.
Το δεύτερο ήταν η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Μετά τη νίκη των Ισραηλινών στον πόλεμο των «Εξι Ημερών» το 1967, η ένοπλη δράση των Παλαιστινίων κομάντος είχε ενταθεί, όπως και η τρομοκρατική αντικαταστολή των Ισραηλινών.
Το τρίτο ήταν ο τραγικός εμφύλιος πόλεμος της Νιγηρίας, που άρχισε με την απόπειρα απόσχισης μιας περιοχής το 1967. Συνεχίστηκε σ όλη τη διάρκεια του 1968 για να καταλήξει στην αναπόφευκτη ήττα της διπλωματικά απομονωμένης, αποσχισμένης, Μπιάφρας.
Τέλος, στο θέαμα και στο ακρόαμα είχε εμφανισθεί η αναταραχή της αντικουλτούρας, που ήταν η μεγάλη πολιτιστική επανάσταση του δυτικού κόσμου. Από το 1967 ως το 1969 πραγματοποιήθηκαν τα μεγαλύτερα ροκ φεστιβάλ _ από το Μοντερέι στο Γούντστοκ και στο Αλταμοντ _, και το 1968 ήταν το επίκεντρό τους.
Οι ιστορικοί που έζησαν το 1968 αναπόφευκτα θυμούνται μιαν άλλη χρονιά που περιγράφηκε από την επίκαιρη ποίησή της ως «άνοιξη του λαού», αυτή του 1848, τη χρονιά των ευρωπαϊκών επαναστάσεων. Οπως και το 1848, το 1968 έθρεψε μεγάλες, συχνά ρομαντικές, ελπίδες· όπως το 1848, έτσι και το 1968 έληξε με απογοήτευση. Τα δραματικά γεγονότα της δημόσιας σκηνής ελάχιστα πράγματα φάνηκε να κατορθώνουν. Ισως γι αυτό το 1968 προσφερόταν τόσο πολύ για φωτογραφικό ρεπορτάζ.
Η φωτογραφία αποτυπώνει τη ζωντανή στιγμή, τον τρόπο με τον οποίο ένας λαός βιώνει την ιστορία, όχι τις ιστορικές συνέπειες _ αν και το «Μάγκνουμ» καταφέρνει, περισσότερο από κάθε άλλη ομάδα φωτογράφων, να αιχμαλωτίζει τον ιστορικό τόνο και το σύγχρονο πνεύμα των γεγονότων. Σε μερικές περιπτώσεις καταφέρνουν να συγκεντρώσουν σε μία μόνο εικόνα τις αντιθέσεις και την πολυπλοκότητα των καταστάσεων, όπως σ αυτήν του Ντον Μακ Κόλιν με τον άνδρα της Μπιάφρας που κουβαλάει πάνω στο κεφάλι του τις οβίδες σαν να είναι αρμαθιά από μπανάνες, ή εκείνη του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν με τον μικροαστό που κοιτάζει τις αφίσες και τα γκράφιτι του Μάη στους τοίχους του Παρισιού. Και πάλι πρόκειται για εικόνες που υπαινίσσονται απλώς τα συμφραζόμενα και αγνοούν τις συνέπειες.
Αν είχε εφευρεθεί η φωτογραφία τον καιρό των ναπολεόντειων πολέμων, ο φωτογράφος του «Μάγκνουμ» θα είχε δει τη μάχη του Βατερλό, αν ήταν παρών ή παρούσα, μάλλον όπως την είδε ο Φαβρίκιος του Σταντάλ στο «Μοναστήρι της Πάρμας», παρά όπως την είδαν ο Ναπολέων, ο Ουέλινγκτον ή ο Ταλλεϋράνδος. Σε κάθε περίπτωση ο υποθετικός πρόγονος των φωτογράφων του «Μάγκνουμ» ασφαλώς θα έβρισκε όσους έπαιρναν τις αποφάσεις στην κορυφή λιγότερο ενδιαφέροντες οπτικά από τη δράση στο πεδίο της μάχης _ εκτός αν γίνονταν έφιππα πορτρέτα.
Το 1968 όμως ποιος έπαιρνε τις μεγάλες αποφάσεις; Τα πιο χαρακτηριστικά κινήματα του 1968 εξιδανίκευσαν τον αυθορμητισμό και ήταν αντίθετα προς τις ηγεσίες, τις ιεραρχίες και τη στρατηγική. Η φυσική ιδεολογία τους ήταν μάλλον η αναρχία, παρά τις φωτογραφίες του Μαρξ, του Λένιν, του Μάο και του Τσε, που προτιμούσαν οι πιο πολιτικοποιημένοι. Το φυσικό όπλο της εξέγερσης του 1968 δεν ήταν το ντουφέκι ούτε η πολιτική αποφασιστικότητα, αλλά ο γεμάτος συνθήματα τοίχος, η αυτοσχέδια αφίσα και το μικρόφωνο.
Ωστόσο θα ήταν λάθος να αντιμετωπίζουμε το 1968 σαν χρόνο αποτυχημένης επανάστασης ή, όπως έχουν γράψει οι ιστορικοί για το 1848, «στροφή που η Ευρώπη δεν μπόρεσε να την πάρει». Στην καλύτερη περίπτωση ήταν υπενθύμιση ότι τα θεμέλια της χρυσής οικονομικής εποχής της Δύσης δεν ήταν σταθερά, όπως δεν ήταν και εκείνα της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας σοβιετικού τύπου, της οποίας η ανεπάρκεια γινόταν ολοένα εμφανέστερη. Πάντως στο ανατολικό μπλοκ, όπως έδειξε η ήττα της «Ανοιξης της Πράγας» από τα τανκς της ΕΣΣΔ, δεν είχε φθάσει ακόμη η ώρα της διάλυσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας– αν και μετά τον Αύγουστο του 1968 ήταν φανερό πως μόνο η ετοιμότητα της Μόσχας να επεμβαίνει την κρατούσε σταθερή.
Στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης η χρυσή εποχή της οικονομικής ανάπτυξης και της κεϋνσιανής κοινωνικής πολιτικής τελείωσε νωρίτερα _ το 1973 σημαδεύει το κυριότερο σημείο καμπής -, αλλά όχι με τον τρόπο που περίμεναν όλοι να τελειώσει. Κανένα από τα μεγάλα πολιτικά κινήματα, και ασφαλώς κανένα από τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, δεν υπολόγιζε σε αλλαγή του οικονομικού καθεστώτος, δεν την αντιμετώπιζαν καν. Στη Δύση οι φοιτητικές εξεγέρσεις, αν και φαίνονταν να μιλούν τη γλώσσα της πολιτικής, ήταν φαινόμενο έξω από την πολιτική και την οικονομία. Εκτός από τη στράτευσή τους στον αγώνα κατά του πολέμου του Βιετνάμ, ο αντίκτυπος που είχαν στις πολιτικές και εργατικές αναταραχές δεν ήταν στις προθέσεις τους. Η πολιτιστική σημασία τους για τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ήσαν πολύ μεγαλύτερη από την πολιτική, ενώ δεν έγινε το ίδιο με τα κινήματα στις κομμουνιστικές χώρες και άλλες δικτατορίες.
Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει το 1968 τόσο χαρακτηριστική χρονολογία στην ιστορία του 20ού αιώνα είναι η έκρηξη της πολιτιστικής αλλαγής, μετά από δύο δεκαετίες οικονομικών και κοινωνικών μεταμορφώσεων χωρίς προηγούμενο. Η χρονιά αυτή φέρνει στο προσκήνιο την εκπαιδευτική επανάσταση η οποία, και στους τρεις κόσμους, είχε μετατρέψει τους φοιτητές των πανεπιστημίων από μικρή ελίτ της μεσαίας τάξης σε πολυπληθή στρατιά. Στη Γαλλία ο αριθμός τους είχε τριπλασιαστεί και είχε φτάσει τις 650.000 κατά τη δεκαετία του 60. Φέρνει στο προσκήνιο την παγκοσμιοποίηση των επικοινωνιών, που διέδιδαν τα ίδια είδωλα, τα ίδια λάβαρα από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο διασχίζοντας ηπείρους και διαπλέοντας ωκεανούς μέσα σε λίγες εβδομάδες. Φέρνει στο προσκήνιο τη χωρίς προηγούμενο ευημερία, που μεταφράζεται σε αγοραστική δύναμη ενός ανερχόμενου κοινωνικού στρώματος «νεολαίας», το οποίο ήταν πολιτιστικά και οικονομικά αυτόνομο. Τα έσοδα της βιομηχανίας δίσκων προέρχονταν πλέον κατά 75% από τη ροκ μουσική, που ασκεί ακαταμάχητη έλξη στις ομάδες ηλικιών 14 ως 24 ετών. Φέρνει στο προσκήνιο το όλο και βαθύτερο χάσμα ανάμεσα στις παραδόσεις και τις συμπεριφορές, τις ελπίδες, τους φόβους και τις προσδοκίες των δύο γενεών, της πριν από το 1950 και της μετά το 1950.
Πάνω από όλα ίσως, αναδεικνύει το μέγεθος της αλλαγής στη δημόσια και ιδιωτική συμπεριφορά και στις σχέσεις των γενεών και των δύο φύλων, που συντελέστηκε κατά τη δεκαετία του 60. Πρόκειται τέλος για τη χρονιά κατά την οποία η γαλλική βιομηχανία γυναικείων ενδυμάτων παρήγαγε πρώτη φορά περισσότερα παντελόνια παρά φούστες, κατά την οποία λιγοστεύουν οι νέοι που ενδιαφέρονται να αφιερωθούν, να γίνουν κληρικοί της Καθολικής Εκκλησίας– πρόκειται για τη χρονιά της μαχητικής, οργισμένης αντικουλτούρας.
Όλα αυτά δεν ήταν πολιτικά φαινόμενα με την παραδοσιακή έννοια, αν και όλες οι μείζονες κοινωνικοοικονομικές και πολιτιστικές αλλαγές προξένησαν πολιτικές ανατροπές και εκφράστηκαν (εκτός των άλλων ιδιωμάτων) και με την καθιερωμένη πολιτική γλώσσα, όπως γίνεται ακόμη και σήμερα. Αν και η ρητορική του 1968 δεν έβαζε ξεκάθαρα όρια ανάμεσα στο να κάνεις έρωτα, να κάνεις επανάσταση και να καπνίζεις χασίς, η προσχώρηση του Τζον Λένον μετά το 1968 σε ένα είδος πολιτικού ριζοσπαστισμού, η οποία οδήγησε το FBI να του φτιάξει ογκώδη φάκελο, είναι από τις λιγότερο σημαντικές όψεις του φαινομένου της ροκ μουσικής γενικά και των Μπητλς ειδικότερα. Αυτό που αναδείχθηκε το 1968 (πολύ θεαματικά στη Δύση, λιγότερο στην κομμουνιστική Ευρώπη και ακόμη λιγότερο στον Τρίτο Κόσμο) ήταν η εξαιρετική επιτάχυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες, τον οποίο οι ιστορικοί θα αναγνωρίσουν ως τον επαναστατικότερο στην ιστορία του κόσμου.
————————————
Έχει γραφεί (The Spectator) πως ο Eric Hobsbawm είναι «πιθανότατα ο μεγαλύτερος εν ζωή ιστορικός μας-όχι μόνο της Βρετανίας, του κόσμου όλου». Το τελευταίο του βιβλίο «Παγκοσμιοποίηση, Δημοκρατία και Τρομοκρατία» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην ειδική έκδοση του Βήματος «1968: Η Χρονιά που θα Αλλαζε τον Κόσμο», με την ευκαιρία έκθεσης φωτογραφιών του Πρακτορείου Magnum που οργανώθηκε τον Δεκέμβριο του 1998.
Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ
- ΝΑΤΟ: Η «εξαιρετική σχέση» Ρούτε-Τραμπ φέρνει τον γενικό γραμματέα σε σύγκρουση με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
- Γιατί οι επιχειρήσεις πατούν φρένο στις επενδύσεις
- Χαμάς: Δηλώνει έτοιμη να παραδώσει την εξουσία στην Εθνική Επιτροπή – Ζητά να ανοίξει πλήρως η διάβαση της Ράφα
- Πανέτοιμος ο Μιλουτίνοφ: «Νιώθω καλά»
- O Νέλσον Μαντέλα γνώρισε την Γουίνι ενώ δικαζόταν για προδοσία – «Με εντυπωσίασε η ομορφιά της»
- Πώς να επενδύσετε σε χρυσό – Τι πυροδοτεί το ράλι

