Το λοξοκοίταγμα του Van Morrison προς τους ήχους του Nashville θα ήταν ένα απολαυστικό ξάφνιασμα, ανάλογο εκείνου προς το skiffle, αν κάποιοι δεν έσπευδαν να μετονομάσουν τον «Van the Man» σε «Belfast Cowboy»! Αγγίζει τα όρια της ύβρεως το ότι, όσο εύστοχη και αν αποδεικνύεται, μια απλή υπερατλαντική στροφή προς την country με γενναίες δόσεις από steel κιθάρα αποπειράται να υποκαταστήσει τη μεγαλειώδη τεσσαρακονταετή πορεία του στη μοναδική rhythm & blues, jazz και soul έκφρασή του. Πάντως, η περιήγησή του στους ήχους των Hank Williams, Chuck Willis και Webb Piercer έγινε με επιτυχία ανάλογη των χαρακτηριστικών φωνητικών του και της αναμφισβήτητης ποιότητας των Ιρλανδών επί χρόνια συνοδοιπόρων του μουσικών. Καλύτερη στιγμή του δίσκου αποτελεί μία από τις τρεις συνολικά δικές του συνθέσεις, το «Playhouse», που θα φέρει πικρό χαμόγελο στα χείλη πολλών σύγχρονων Αμερικανών τραγουδοποιών. Μόνο αδύνατο σημείο του δίσκου μπορεί να θεωρηθεί το σχεδόν επίπεδο ύφος των συνθέσεων, που αναπόδραστα χαρακτηρίζει κάθε δίσκο ανάλογης μουσικής.