Στη συντριπτική τους πλειονότητα τα λεγόμενα «Director’s Cut» δεν είναι παρά λίγο μεγαλύτερες και ελαφρώς παραλλαγμένες εκδοχές του πρωτότυπου, που έχουν φτιαχτεί με μοναδικό σκοπό το εύκολο κέρδος. Ευτυχώς το Director’s Cut της ταινίας το «Βασιλείο των Ουρανών» δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Εδώ, το νέο μοντάζ έχει προσθέσει σαράντα πέντε ολόκληρα λεπτά, μέσα στα οποία εισάγονται νέα στοιχεία στο μύθο, αναπτύσσονται ορισμένοι χαρακτήρες και γίνονται περισσότερο κατανοητές κάποιες από τις πράξεις των ηρώων – με δυο λόγια έχει σαφή λόγο ύπαρξης. Αν σε αυτά προσθέσουμε τις αρετές, που ούτως ή άλλως είχε στην αρχική της μορφή η ταινία, τα νέα για τους λάτρεις των ιστορικών ταινιών και ειδικά για όσους θέλγονται από την παραμελημένη κινηματογραφικά περίοδο του Μεσαίωνα είναι πολύ καλά.
Η έκδοση κυκλοφορεί σε τέσσερις δίσκους. Στους δύο πρώτους απλώνεται ηγεμονικά η ταινία, η οποία παρά τη χορταστική διάρκειά της κυλά χωρίς εμφανείς «κοιλιές» και κυρίως χωρίς να γίνεται ποτέ κουραστική. Κεντρικός ήρωας είναι ο Βάλιαν, ένας χαροκαμένος Γάλλος σιδεράς, που στην πραγματικότητα είναι ο νόθος γιος ενός ιππότη. Έπειτα από διάφορες συγκρούσεις και ανατροπές, ο Βάλιαν αφήνει πίσω του την παλιά του ζωή και βρίσκεται στην κατεχόμενη από τους σταυροφόρους Ιερουσαλήμ, να παλεύει στο πλευρό του λεπρού βασιλιά Βαλδουίνου και της αδερφής του Σίβυλλας, για να διατηρηθεί η εύθραυστη ειρήνη με τους μουσουλμάνους. Όμως, ανάμεσα στους χριστιανούς άρχοντες υπάρχουν και κάποια ακραία στοιχεία που για δικούς τους λόγους επιθυμούν τον πόλεμο. Έτσι, το όραμα για ένα «Βασίλειο των Ουρανών», όπου θα κυριαρχούν η ηθική και η αγάπη μετατρέπεται σε εφιάλτη.
Το σημαντικότερο νέο στοιχείο στην υπόθεση είναι η ύπαρξη του μικρού γιου της Σίβυλλας και διαδόχου του θρόνου, ο οποίος όμως είναι καταδικασμένος από τη μοίρα. Στη νέα του μορφή το «Βασίλειο των Ουρανών» έχει ξεπεράσει το επίπεδο της μεγάλης ιστορικής ταινίας που σχολιάζει πολιτικά τη σύγχρονη εποχή και έχει αγγίξει εκείνο του έπους. Ανάλογα επική είναι και η οπτικοακουστική εμπειρία που περιμένει το θεατή.
Η εικαστική αρτιότητα της ταινίας αντικατοπτρίζεται τέλεια. Οι αποχρώσεις είναι πλούσιες, οι διαβαθμίσεις του μαύρου φτάνουν μέχρι το… κατράμι, ενώ η οξύτητα και η διαύγεια της εικόνας αιχμαλωτίζουν το μάτι του θεατή. Στο ίδιο κορυφαίο επίπεδο κινείται και το ηχητικό μέρος. Εδώ έχουμε δύο μπάντες, μια DD/5.1 και μια DTS, με τη δεύτερη να κερδίζει στα σημεία χάρη στη διαυγέστερη απόδοση της ατμόσφαιρας και του περιβάλλοντος χώρου. Και στις δύο πάντως η ευτυχής συνύπαρξη των ήχων του πολέμου με τη μουσική, που άλλοτε λειτουργεί ως αντίβαρο και άλλοτε εντείνει την αίσθηση της αιματοχυσίας, δημιουργεί καινούργια επίπεδα απόλαυσης.
Στους δύο πρώτους δίσκους περιέχονται διάφοροι παράλληλοι σχολιασμοί, με πιο ενδιαφέροντα αυτόν από τον Ρίντλεϊ Σκοτ, το σεναριογράφο Γουίλιαμ Μόναχαν και τον πρωταγωνιστή Ορλάντο Μπλουμ. Στους εναπομείναντες δύο δίσκους ο θεατής θα βρει ένα μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ όπου αναλύονται με λεπτομέρεια όλα τα στάδια της μνημειώδους αυτής παραγωγής και παρουσιάζονται οι λόγοι που ώθησαν το σκηνοθέτη να προχωρήσει στην έκδοση της καινούργιας αυτής βερσιόν.