Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, οι Allman Brothers ήταν ένα από τα ελάχιστα αμερικανικά συγκροτήματα που άφηναν υποσχέσεις ότι θα μπορούσαν να «αντισταθούν» στο δεύτερο κύμα της «βρετανικής εισβολής» των συγκροτημάτων του blues rock, του hard rock και του progressive rock. Με μπροστάρη τον εκπληκτικό κιθαρίστα Duane Allman και συνοδοιπόρους τον νεαρό αδερφό του Gregg Allman στα φωνητικά και το όργανο, τον Dickey Betts στη δεύτερη κιθάρα, τον Berry Oakley στο μπάσο και τους Butch Trucks και Jai Johanny Johanson στα ντραμς και τα κρουστά, οι The Allman Brothers Band ξεκίνησαν το 1969 από το Macon της Georgia και μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια είχαν καταφέρει να εδραιωθούν ως ένα από τα πιο ελπιδοφόρα νέα σχήματα της νοτιοδυτικής Αμερικής. Σε αυτό το διάστημα κυκλοφόρησαν δύο δίσκους -το επώνυμο ντεμπούτο τους και το «Idlewild South»- που δεν πούλησαν αρκετά, αλλά εισήγαγαν τον ιδιότυπο ήχο τους: ένα σφιχτοδεμένο και γεμάτο ενέργεια blues-rock που όμως διέφερε ριζικά από το τραχύ και οργισμένο στιλ των αντίστοιχων βρετανικών συγκροτημάτων τύπου Cream και Led Zeppelin. Γέννημα θρέμμα του αμερικανικού νότου, οι Allman Brothers είχαν έμφυτη κατανόηση της κουλτούρας των blues, της jazz, της soul και της country, γεγονός που τους επέτρεπε να αναμειγνύουν αβίαστα τα ιδιώματα αυτά και να μπολιάζουν τα blues με μικρές δόσεις από τον ανάλαφρο αέρα της Καλιφόρνια και από τα έντεχνα ρυθμικά σχήματα που συναντάμε συνήθως στην jazz-rock και στο fusion. Ωστόσο, το φυσικό τους περιβάλλον ήταν η σκηνή, και η έκδοση ενός ζωντανά ηχογραφημένου δίσκου ήταν μια προφανής κίνηση. Το διπλό «At Fillmore East» αποτύπωνε τους Allman Brothers στην απόλυτα κορυφαία τους στιγμή και τους κατοχύρωσε μια θέση στο πάνθεον της σύγχρονης μουσικής. Η γέννηση του southern rock, που μετέπειτα υπηρέτησαν συγκροτήματα όπως οι Lynyrd Skynyrd, ήταν γεγονός.
Ατυχώς, η ευφορία της ξαφνικής επιτυχίας διακόπηκε απότομα από το θανατηφόρο ατύχημα του Duane Allman που τους βρήκε στο μέσο της δημιουργίας του επόμενού τους δίσκου. Τα κιθαριστικά μέρη συμπληρώθηκαν από τον Dickey Betts και η ολοκλήρωσή του έγινε με την προσθήκη των καταπληκτικών «Mountain Jam», «One Way Out» και «Trouble No More» που κόπηκαν την τελευταία στιγμή από το «At Fillmore East». Το επίσης διπλό «Eat a Peach» ήταν η πρώτη τους κυκλοφορία που κατάφερε να φτάσει στην ανώτατη δεκάδα του καταλόγου επιτυχιών της Αμερικής, μετατρέποντάς τους σε διεθνείς σταρ. Ήταν παραγωγή του διάσημου Tom Dowd που πέτυχε να μας δώσει την πιο σφαιρική και ισορροπημένη εικόνα των δύο περιόδων των Allman Brothers: την ελαφρά πιο αιχμηρή, έντεχνη και περιπετειώδη περίοδο του Duane («Stand Back», «Blue Sky» και τα τρία από το «Fillmore East») και την πιο γλυκιά, λυρική και άμεση των Gregg και Betts (το απόλυτα αντιπροσωπευτικό του ήχου τους «Ain’t Wastin’ Time No More», το «Les Brers in A Minor» που θυμίζει πολύ Santana και το ποπ «Melissa»). Ο δίσκος κλείνει με το υπέροχο, αλλά και μελαγχολικό ορχηστικό ντουέτο «Little Martha», που κυριολεκτικά απογειώνεται στην πολυκάναλη μείξη της έκδοσης SACD. Οι κρυστάλλινες ακουστικές κιθάρες των Duane Allman και Dickey Betts, που γεμίζουν όλο το χώρο και μας περιβάλλουν, ακούγονται τόσο πεντακάθαρα και φυσικά, που μας δίνουν την αίσθηση ότι οι μουσικοί κάθονται δίπλα μας. Πλούσιες και χορταστικές είναι οι πολυκάναλες μείξεις και των υπόλοιπων συνθέσεων, χωρίς πάντως υπερβολές ή κινήσεις που θα απέβαιναν εις βάρος της μουσικότητάς τους. Τα κρουστά των Butch Trucks και Jai Johanny διαχωρίζονται πλέον αριστερά δεξιά και οι κιθάρες απλώνονται περισσότερο στο χώρο (ενίοτε και στα πίσω ηχεία), διευρύνοντας το ηχητικό πεδίο, ενώ στα ζωντανά ηχογραφημένα κομμάτια έχουμε κυρίως την ανάπτυξη της αίσθησης ότι έχουμε μεταφερθεί στο Fillmore East. Το «Eat A Peach» είναι από τους δίσκους που δεν πρέπει να λείπουν από καμία rock συλλογή και στην έκδοση SACD ακούγεται πιο φρέσκο και ζωντανό από ποτέ.