Κλειστές οι πόρτες της Σοφοκλέους για την πλειονότητα των ελληνικών εταιρειών
Κλείνουν οι πόρτες της Σοφοκλέους για τη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων, με την πρόσφατη υιοθέτηση του νέου κανονισμού του Χρηματιστηρίου Αθηνών, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Hellastat.
Κλείνουν οι πόρτες της Σοφοκλέους για τη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων, με την πρόσφατη υιοθέτηση του νέου κανονισμού του Χρηματιστηρίου Αθηνών, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Hellastat.
Από τις 22.962 μη εισηγμένες και εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα ανώνυμες εταιρείες με τριετή τουλάχιστον διάρκεια ζωής, σύμφωνα με έρευνά της, μόλις οι 414 εμφανίζουν το 2004 ίδια κεφάλαια άνω των 15 εκατ. ευρώ και από αυτές οι 134 καλύπτουν τα κριτήρια της συνολικής κερδοφορίας την τελευταία τριετία ύψους 12 εκατ. ευρώ και της διαχρονικής διακύμανσης κερδών (τουλάχιστον 3 εκατ. ευρώ κατ έτος).
Αν εξαιρεθούν οι θυγατρικές πολυεθνικών, οι οποίες συνήθως επιλέγουν την εισαγωγή σε Χρηματιστήριο μόνο της μητρικής ή της επικεφαλής εταιρείας συμμετοχών (μεταξύ αυτών οι Vodafone, Παπαστράτος και Κωτσόβολος, αλλά και οι μεγάλες φαρμακευτικές επιχειρήσεις), οι θυγατρικές ελληνικών επιχειρήσεων, εισηγμένων και μη εισηγμένων στο ΧΑ, όπου και πάλι παρατηρείται ο προσανατολισμός εισαγωγής της επικεφαλής εταιρείας, καθώς και ορισμένοι δημόσιοι οργανισμοί (ΔΕΚΑ, ΕΕΤΤ), οι οποίες ανέρχονται συνολικά στις 66 -και που καλύπτουν τα χρηματοοικονομικά κριτήρια εισαγωγής-, τότε οι εν δυνάμει υποψήφιοι εισαγωγής περιορίζονται στους 68.
Πρόκειται για επιχειρήσεις από διάφορους τομείς της οικονομίας, με περισσότερους εκπροσώπους από παραδοσιακούς κλάδους όπως η βιομηχανία τροφίμων-ποτών (14 εταιρείες), ο κλάδος υπηρεσιών τουρισμού & ψυχαγωγίας (εννέα εταιρείες) και η βιομηχανία χημικών και πλαστικών (οκτώ εταιρείες).
Το πλήθος των εν δυνάμει υποψηφίων ουσιαστικά είναι ακόμη χαμηλότερο, επισημαίνει η Hellastat, αφού από τις 134 επιχειρήσεις το κριτήριο των κερδών προ φόρων καλύπτουν οι 91 επιχειρήσεις, ενώ οι υπόλοιπες 43 καλύπτουν το εναλλακτικό κριτήριο των κερδών προ τόκων φόρων και αποσβέσεων τριετίας ύψους 16 εκατ. ευρώ και ελάχιστο κατ έτος ύψους 4 εκατ. ευρώ, από τις οποίες όμως οι εννέα εμφανίζουν το 2004 ζημίες σε επίπεδο αποτελεσμάτων προ φόρων.
Η δεύτερη ομάδα κριτηρίων, που σκοπό έχει τη διευκόλυνση εισαγωγής μικρότερων επιχειρήσεων με ορισμένες προϋποθέσεις, αφορά σε 2.119 ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες εμφανίζουν ελάχιστο ύψος κεφαλαίων στα 3 εκατ. ευρώ το 2004.
Από αυτό το πλήθος εταιριών, μόνο το 12% (258 επιχειρήσεις) καλύπτει το κριτήριο της προ φόρων κερδοφορίας, δηλαδή κέρδη προ φόρων τριετίας 4 εκατ. ευρώ και ελάχιστο ύψος ετησίως 1 εκατ. ευρώ. Ποσοστό 4,2% (88 επιχειρήσεις, οι δέκα όμως με ζημίες το 2004 σε επίπεδο αποτελεσμάτων προ φόρων) καλύπτει το κριτήριο της λειτουργικής κερδοφορίας, δηλαδή ΚΠΤΦΑ τριετίας 6 εκατ. ευρώ και ελάχιστο ύψος ετησίως 1,5 εκατ. ευρώ.
Από τις συνολικά 346 επιχειρήσεις της κατηγορίας αυτής, οι 65 εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν, πρόκειται δηλαδή για θυγατρικές ξένων ή ελληνικών επιχειρήσεων.
Παρά τον περιορισμένο αριθμό των εταιρειών που ικανοποιούν τα κριτήρια εισαγωγής, όπως τονίζει πάντως η Hellastat, ο νέος κανονισμός δείχνει προς τη σωστή κατεύθυνση, αφού από την ανάλυση της εταιρίας προκύπτει ότι οι υποψήφιοι συγκεντρώνουν ιδιαίτερα θετικά χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά, ιδίως αν συγκριθούν με την εικόνα που παρουσιάζουν οι εισηγμένες με βάση τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα, την περίοδο 2004-2002.
Συγκεκριμένα, το καθαρό περιθώριο εκτιμάται στο 8,5% για τις μεγάλες εταιρίες (ίδια κεφάλαια άνω των 15 εκατ. ευρώ) και στο 9,8% στις μικρότερες έναντι 6,14% που εμφανίζουν οι εισηγμένες. Αντίστοιχα, τριπλάσια αποδοτικότητα των συνολικών κεφαλαίων εμφανίζουν οι μικρές επιχειρήσεις (10,12%) έναντι των εισηγμένων (3,36%) και αντίστοιχα διπλάσια οι μεγαλύτερες (7,81%), με συνέπεια την τελευταία τριετία.
Η υψηλή αποδοτικότητα δείχνει να είναι αποτέλεσμα -επιπλέον της υψηλότερης κερδοφορίας- και της υψηλής δανειακής επιβάρυνσης, όπως διαπιστώνει κανείς από τους δείκτες απόδοσης ιδίων κεφαλαίων.