Το πιο πετυχημένο αστείο της αυθεντικής παραγωγής ήταν το ονοματεπώνυμο. Στο «Γαμπρό της Συμφοράς» ένας σκληρός και άκρως συντηρητικός πρώην πράκτορας της CIA προσπαθούσε μεταξύ άλλων να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ο μέλλων γαμπρός του ονομάζεται Gay Focker (κάτι σαν Γκέι… Μαμιάς, για να καταλαβαινόμαστε). Ήταν λογικό, λοιπόν, το δεύτερο μέρος να στηρίζεται εξ ολοκλήρου στο επίθετο του κεντρικού ήρωα. Μόνο που τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Στην πρώτη ταινία τα αστεία είχαν εξαντληθεί και η σύγκρουση ανάμεσα στους μέλλοντες γαμπρό και πεθερό είχε κορυφωθεί. Με λίγα λόγια, μια φυσική συνέχεια της υπόθεσης (η συνάντηση των συμπεθέρων πλέον) δεν είχε την εγγύηση ούτε του γέλιου ούτε της εμπορικής επιτυχίας. Έτσι, οι συντελεστές στράφηκαν σε δυο σταρ της παλιάς φρουράς. Είχαν δοκιμαστεί στην κωμωδία και επιπλέον ονόματα του μεγέθους του Χόφμαν και της Στρέιζαντ ίσως να έφερναν στις αίθουσες ηλικίες που σε αντίθετη περίπτωση θα αδιαφορούσαν για το συγκεκριμένο εγχείρημα. Αποδείχθηκε ότι εκείνος που το σκέφτηκε είχε έμπνευση.
Λέγεται ότι η Στρέιζαντ έκανε ένα χρόνο να πει το «ναι». Λέγεται ακόμα ότι οι πρωταγωνιστές αφενός έγραψαν μόνοι τα μέρη τους (διάλογοι και ορισμένες καταστάσεις) και αφετέρου αυτοσχεδίασαν αρκούντως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Όπως και να έχει το πράγμα τα «Πεθερικά της Συμφοράς» κατέληξαν σε ανέλπιστη επιτυχία, ακόμα και σε χώρες που από… παράδοση η σύγχρονη αμερικανική κωμωδία δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη τύχη στις αίθουσες. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η ταινία άγγιξε τα 400.000 εισιτήρια σε τέσσερις περίπου μήνες προβολής. Ήταν η πρώτη σε εισπράξεις κωμωδία για την περίοδο 2004-2005.
Φυσικά, πέρα από τις εισπράξεις, δεν συνέβη κανένα άλλο θαύμα. Η σύγκρουση των συντηρητικών Μπερνς με τους εξωστρεφείς και σεξουαλικά απελευθερωμένους Φόκερς κινείται στο πλαίσιο μιας κωμωδίας αμερικανικών προδιαγραφών. Κοντολογίς, το σεξ, η τουαλέτα και τα γεννητικά όργανα γίνονται ξανά αφορμή για αστεία. Εάν το έργο σώζεται κάπως, είναι χάρη στο μέτρο που κρατούν ως ένα βαθμό οι πρωταγωνιστές, σε μια διάχυτη ατμόσφαιρα δροσιάς, αλλά και σε δυο, τρεις εμπνευσμένες στιγμές που προκαλούν αβίαστο γέλιο.
Η ευρωπαϊκή έκδοση απευθύνεται στο κοινό της κωμωδίας που δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις από έναν ψηφιακό δίσκο. Η αναμορφική εικόνα αποδίδει σωστά το πρωτότυπο. Τα χρώματα είναι ζωντανά, η υφή και η λεπτομέρεια στα πλάνα βρίσκονται σε πολύ καλά επίπεδα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για κορυφαία ποιότητα. Ο σχεδιασμός της μπάντας δεν είναι σπουδαίος. Ο διάλογος ακούγεται καθαρά και η μουσική σκορπίζεται στο χώρο, μαζί με ηχητικά εφέ που συνοδεύουν τη δράση. Μεταξύ των έξτρα υπάρχει μια εμφάνιση του καστ σε τηλεοπτική εκπομπή και το κλασικό παρασκήνιο από τα γυρίσματα. Μαθαίνουμε ότι τον εγγονό του Τζακ Μπερνς παίζουν δίδυμα αδέλφια, καθένα από τα οποία έχει μάθει να κάνει διαφορετικά πράγματα, ενώ ο Τζινξ, ο γάτος της ταινίας, έχει το δικό του φιλμάκι, στο οποίο οι εκπαιδευτές του μιλούν για τις ικανότητες του ζώου και για την… προσωπικότητά του.