«Get It On, Bang A Gong, Get It On».
Είναι λιγοστές οι περιπτώσεις όπου τα εισαγωγικά μέτρα μιας σύνθεσης ή η κεντρική φράση του ρεφρέν ενός τραγουδιού αγαπήθηκαν τόσο πολύ όσο εκείνα του «Get It On» των T.Rex του Mark Bolan και ακόμη πιο λίγες οι φορές όπου είχαν τη δύναμη να καθορίσουν σχεδόν από μόνα τους ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα. Υπνωτιστικό, σέξι και ταυτόχρονα δυναμικό, το «Get It On» συνδύαζε τα καλύτερα στοιχεία από το rock ‘n’ roll του Chuck Berry, το rockabilly του Gene Vincent και τη flower-pop του Donovan, δημιουργώντας ένα ακαταμάχητο και διαχρονικό στιλ πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε το glam-rock. Παίρνοντας τα ηνία από τους Beatles και ωθώντας στα άκρα τις μουσικές και ενδυματολογικές τάσεις που είχε αρχίσει δειλά δειλά να εισάγει ο David Bowie από τους πρώτους μήνες του 1970, ο Bolan μεταμορφώθηκε σε λιγότερο από μισό χρόνο από τον ακουστικό χίπι του ψυχεδελικού κελτικού folk ντουέτο των Tyrannosaurus Rex στον αρχιερέα του ηλεκτρικού, αμφισεξουαλικού και φαντασμαγορικού glitter ή glam-rock με τους T.Rex.
Η αρχή έγινε στις 25 Μαρτίου του 1971, όταν ο Bolan και οι T.Rex αποκάλυψαν το νέο τους πρόσωπο μέσω του δημοφιλούς τηλεοπτικού προγράμματος Top Of The Pops. Ο νέος ήχος που εισήγαγε το «Ride A White Swan», αλλά κυρίως η θέα του Bolan με τα λαμέ πολύχρωμα ρούχα, τα φτερά, τα παπούτσια-πλατφόρμες και τις μεγάλες δόσεις χρυσόσκονης κάτω από τα μάτια του, δημιούργησαν μόδα και πυροδότησαν το αμόκ που βαπτίστηκε με τους όρους «T.Rextasy» και «Bolanmania». Η ύψιστη πάντως μουσική κατάθεση των T.Rex και η πρώτη μεγάλη του glam rock (η δεύτερη και πιο σημαντική ήταν το «Ziggy Stardust» του Bowie που βγήκε ένα χρόνο μετά) ήρθε το Σεπτέμβριο του 1971 με την κυκλοφορία του «Electric Warrior», ενός απολαυστικού pop/rock αριστουργήματος που σε 39 μόλις λεπτά όριζε με απόλυτη σαφήνεια τον ήχο που ο ίδιος ο Bolan αποκαλούσε «cosmic rock», αλλά όλοι οι υπόλοιποι «boogie-rock» ή «glam-rock». Από το σαγηνευτικό «Mambo Sun» στα θρυλικά «Jeepster» και «Get It On» και από εκεί στο ωμό και άμεσο «Rip Off» -που ξεκινά ως μια punk εκδοχή του Gene Vincent για να κλείσει έπειτα από τρία λεπτά το δίσκο σε μια ονειρική και ελαφρά avant-garde ατμόσφαιρα-, οι έντεκα υποδειγματικές συνθέσεις του «Electric Warrior» διαμόρφωσαν το καλούπι από το οποίο θα ξεπηδούσαν τα επόμενα χρόνια οι περισσότεροι καλλιτέχνες του glam, των new romantics και του new wave.
Ηχογραφημένο σε 16 κανάλια και κατά το πλείστον ζωντανά στο στούντιο με τους μουσικούς διατεταγμένους σε ένα πέταλο γύρω από τον Mark Bolan, το «Electric Warrior» μεταφέρεται ιδανικά σε πολυκάναλο περιβάλλον μέσω της έκδοσής του σε υβριδικό SACD. Στο περιφερειακό επίπεδο παίρνουν θέση τα τσέλα, τα πνευστά και τα δεύτερα φωνητικά του Bolan και των Flo & Eddie, ενώ η φωνή του Bolan και οι υπόλοιποι T.Rex βρίσκονται μονίμως μπροστά μας.
Οι πιο ενδιαφέρουσες πινελιές της πολυκάναλης μείξης του παραγωγού Tony Visconti έχουν να κάνουν με τις κιθάρες του Bolan, που είναι τοποθετημένες κατά μήκος των δύο πλαϊνών επιπέδων δημιουργώντας δύο ηχητικούς τοίχους, ενώ η αναπαραγωγή από τα πίσω ηχεία των σημάτων από τα μικρόφωνα χώρου προσθέτουν μια φυσικότητα που δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί με τεχνητά μέσα. Τέλος, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για την αποκάλυψη μερικών οργάνων, με κυριότερο το bassoon που συνόδευε σε αρκετά τραγούδια τα τσέλα, αλλά το ακούμε για πρώτη φορά τώρα εξαιτίας του ψηφιακού καθαρισμού των καναλιών και πολύ περισσότερο λόγω του διαχωρισμού των ήχων που επιτυγχάνεται με την πολυκάναλη μείξη.
Σε στερεοφωνικό ή πολυκάναλο επίπεδο και με bassoon ή όχι, κάθε ακρόαση του Electric Warrior μας γυρίζει πίσω στην εποχή που η απλότητα των ακόρντων, η αμεσότητα των ρυθμών και η αφέλεια των στίχων δεν προκαλούσαν το χλευασμό, αλλά έγραφαν ιστορία και συγκινούσαν όλους τους ακροατές, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και λοιπών μουσικών προτιμήσεων.