Απίθανη περίπτωση ο Al Green. Ενώ για το νέο του άλμπουμ συλλέγει ενθουσιώδεις κριτικές από όλο τον κόσμο, εκείνος από τη μια κανονίζει τις λεπτομέρειες για το ταξίδι του στη Βρετανία και τις συναυλίες που θα δώσει εκεί στα τέλη Ιουνίου και από την άλλη προετοιμάζει το… κήρυγμα που θα εκφωνήσει την Κυριακή το πρωί από τον άμβωνα της ιδιόκτητης εκκλησίας του σε ένα ήσυχο προάστιο του Μέμφις. Αγόρασε το ναό πριν από 28 χρόνια, όταν αποφάσισε να κάνει στροφή στη ζωή του και να γυρίσει την πλάτη στον πληθωρικό ερωτισμό της σεξουαλικά φορτισμένης soul -η οποία του χάρισε φήμη και πλούτη στα 70s- για να γίνει κληρικός· μια εξέλιξη απροσδόκητη για οποιονδήποτε, πόσο μάλλον για τον Albert Greene, το έκτο από τα δέκα παιδιά μιας φτωχής οικογένειας, που γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1946 στο Φόρεστ Σίτι της πολιτείας Άρκανσο.
Ξεκίνησε να τραγουδά gospel με τον αδερφό του πριν μετοικίσουν με την οικογένειά του στο Μίσιγκαν το 1959, όπου δημιούργησε την R&B μπάντα The Creations το 1964. Η πρώτη του R&B επιτυχία ήρθε το 1967 με τους Soul Mates και το «Back Up Train» στη δισκογραφική Hot Line Music. Το 1968 τράβηξε την προσοχή της δισκογραφικής Hi Records. Οι πρώτες του δουλειές με τη Hi, «I Want To Hold Your Hand» και «One Woman» (διασκευές σε Beatles και Isaac Hayes αντίστοιχα), είχαν μικρή απήχηση, η bluesy όμως εκτέλεση του «I Can’t Get Next To You» των Temptations έγινε αμέσως επιτυχία. Η παγκόσμια αναγνώριση ήρθε με το «Tired Of Being Alone» που ήταν Νο 1 στην Αμερική και το άλμπουμ «Let’s Stay Together» (1971). Το τελευταίο ήταν ένα υβρίδιο των gospel με τη soul του αμερικανικού Νότου, που συχνά θύμιζε τον Otis Redding και τον Sam Cooke. Από το 1974 και μετά, λόγω προσωπικών προβλημάτων, τα τραγούδια του προσανατολίστηκαν σε gospel μονοπάτια. Χαρακτηριστικό της περιόδου ήταν το «Take Me To The River» (1974), το οποίο αργότερα διασκεύασαν οι Talking Heads.
Ιεροκήρυκας χειροτονήθηκε το 1976. Το 1980 εγκατέλειψε οριστικά την κοσμική μουσική για να αφιερωθεί στα gospel με μεγάλη επιτυχία για αρκετά χρόνια. Το 1986 εξέδωσε το περιορισμένης απήχησης «Going Away». Δύο χρόνια αργότερα συνεργάστηκε με την Annie Lennox των Eurythmics στη διασκευή του «Put A Little Love In Your Heart» του Jackie DeShannon. Το «I Get Joy» του 1989 συνδύαζε θρησκευτικούς στίχους με χορευτικούς ρυθμούς. Η επιστροφή του στη soul πραγματοποιήθηκε το 1993 με το «Don’t Look Back», ενώ το 1995 έγινε μέλος του Rock ‘n’ Roll Hall Of Fame.
Αιφνιδιαστικά, και ενώ πολλοί θεωρούσαν ότι ο Al Green ανήκε πλέον στην ιστορία, το «I Can’t Stop» (Blue Note, 2003) σηματοδότησε μια δυναμική επιστροφή του στις βασικές αξίες της R&B ερμηνείας και έγινε δεκτό με πανηγυρισμούς. Το «Everything’s OK» συνεχίζει σε όμοιο ύφος, με τον 77χρονο Willie Mitchell -τον παραγωγό στον οποίο οφείλεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό η επιτυχία που γνώρισε ο Green μεταξύ 1969 και 1976, την περίοδο δηλαδή της μεγάλης του ακμής- να παίζει ρόλο-κλειδί. Οι Green και Mitchell συνυπογράφουν πολλές από τις συνθέσεις του νέου άλμπουμ, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη soul του αμερικανικού Νότου, τα blues διάθεσης πνευστά, τα αισθησιακά έγχορδα καθώς και -τελευταίο αλλά όχι ελάχιστο- το φαλτσέτο της αγέραστης φωνής του Green.