71

Επιφυλάξεις σχετικά με τη συμβατότητα του νομοσχεδίου για το βασικό μέτοχο με το εσωτερικό και ευρωπαϊκό Δίκαιο εκφράζει η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, σε έκθεσή της που δημοσιοποιήθηκε τη Δευτέρα.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι «το Σύνταγμα και οι κανόνες Δικαίου που θεσπίζονται από τα όργανα της Ένωσης στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται υπερέχουν έναντι του Δικαίου των κρατών – μελών της».

Μεταξύ άλλων, η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής εκφράζει επιφυλάξεις για:

– Το άρθρο 4 παράγραφος 4, με το οποίο απαγορεύεται στις εξωχώριες εταιρείες να συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα με ποσοστό μεγαλύτερο του 1% σε επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, καθώς και σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης.

Η άποψη της Επιτροπής είναι ότι «μπορεί να διατυπωθεί προβληματισμός κατά πόσον οι απαγορεύσεις αυτές εναρμονίζονται προς το πρωτογενές Κοινοτικό Δίκαιο και ιδιαίτερα προς τα δικαιώματα εγκατάστασης και ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων προσώπων και υπηρεσιών.

– Το άρθρο 6 παράγραφος 4, που αφορά στην αρμοδιότητα του ΕΣΡ να κηρύξει έκπτωτο -μετά τη σύναψη δημόσιας σύμβασης- τον ανάδοχο, εφόσον διαπιστωθεί ασυμβίβαστη ιδιότητά του και να του επιβληθούν κυρώσεις, ενώ του αποκλείει το δικαίωμα να αναζητήσει δικαστικά αποζημίωση, επισημαίνει ότι «η εισαγόμενη παρέκκλιση θα προσέκρουε ενδεχομένως σε άλλης φύσεως νομικά και συνταγματικά εμπόδια».

Σε ό,τι αφορά στο άρθρο για το ασυμβίβαστο της επιχειρηματικής δραστηριότητας προσώπων που δραστηριοποιούνται στα μέσα ενημέρωσης με ανάληψη δημοσίων συμβάσεων, η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής παραπέμπει στο Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο, σημειώνοντας ότι «φαίνεται ότι αντιτίθενται στις απαιτήσεις της εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία περιλαμβάνει ένα χώρο μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων».

Το Επιστημονικό Συμβούλιο σημειώνει επίσης ότι η εισαγωγή αμάχητου τεκμηρίου για τους συγγενείς ως παρένθετων προσώπων, μεταξύ των δύο ασυμβίβαστων ιδιοτήτων (επιχειρηματική δραστηριοποίηση στο χώρο των ΜΜΕ και στο χώρο των εταιρειών σύναψης δημοσίων συμβάσεων), «δημιουργεί ένα είδος αντικειμενικής οικογενειακής ευθύνης, η οποία δεν φαίνεται να συνάδει με το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, που αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

Επισημαίνει ακόμα ότι η αντίθεση προς τους ευρωπαϊκούς κανόνες επιτρέπεται, εάν οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας τάξης, ασφάλειας και υγείας ή από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι, όπως σημειώνει, προσδιορίζονται και δικαιολογούνται στις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, ωστόσο τίθεται το ζήτημα αν αυτές είναι ανάλογες του επιδιωκόμενου σκοπού ή υπερβαίνουν το μέτρο του αναγκαίου κατά τις απαιτήσεις της αρχής της αναλογικότητας.

Τέλος, η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής επισημαίνει ότι θα πρέπει να διερευνηθεί το ζήτημα εάν ο τρόπος ρύθμισης της αρχής του ασυμβίβαστου και ιδιαίτερα το αμάχητο τεκμήριο των παρένθετων προσώπων επηρεάζει την ανάπτυξη των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, σε βαθμό που αντίκειται προς το συμφέρον της Κοινότητας.

«Η νομολογία του Δικαίου Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν είναι διαφωτιστική εν προκειμένω. Σε κάθε περίπτωση, τυχόν αρνητική απόφαση του ΔΕΚ οδηγεί στην αντίστοιχη προσαρμογή του εθνικού Δικαίου σύμφωνα με την αρχή υπεροχής του Κοινοτικού Δικαίου» καταλήγει η Διεύθυνση.


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ,ΜΠΕ