«Ο κόσμος ξεχνάει πόσο τραγικά ήταν τα πράγματα εκείνη τη περίοδο. Αρκεί να αναφέρουμε δύο μόνο λέξεις: Rick Wakeman».
Αν και είναι πέραν του δέοντος δεικτικός, ο Tony Wilson, ο μετέπειτα ιδρυτής της διάσημης δισκογραφικής εταιρείας Factory Records, περιγράφει με χαρακτηριστικό ρεαλισμό το κλίμα που επικρατούσε στην Αγγλία στα μέσα της δεκαετίας του ’70, το οποίο οδήγησε στην έκρηξη του μουσικοκοινωνικού κινήματος του punk. Η απελπιστική ανεργία που μάστιζε τη Βρετανία είχε διαμορφώσει μια ατμόσφαιρα παρακμής και απελπισίας που ήταν διάχυτη σε κάθε κίνηση της νεολαίας και το rock -που είχε παίξει καταλυτικό ρόλο κατά την επανάσταση του ’60- έμοιαζε να είχε χάσει την επαφή του με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Κεντρικό άξονα της δυναμικής του punk αποτέλεσε η αντίδραση στη κατεστημένη μουσική νοοτροπία της εποχής που εκφραζόταν μέσω των περίπλοκων δομών, των εξεζητημένων ενορχηστρώσεων και των άκρως δεξιοτεχνικών γραμμών των συγκροτημάτων του progressive rock. Καλλιτέχνες όπως οι Genesis, οι King Crimson και οι Emerson, Lake and Palmer προκάλεσαν τη μήνιν του κοινού του punk, αλλά το κόκκινό τους πανί ήταν δίχως άλλο οι Yes και προπαντός ο οργανίστας τους Rick Wakeman.
Οι Yes έχουν ανακηρυχθεί από πολλούς οι νονοί του progressive rock, δηλαδή του πιο έντεχνου, ριψοκίνδυνου και περιπετειώδους παρακλαδιού της rock, και είναι γεγονός ότι έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να δικαιολογήσουν και για να τιμήσουν αυτό τον τίτλο. Οι Yes, πέντε βιρτουόζοι μουσικοί που δεν έκαναν ποτέ εκπτώσεις στις μουσικές αναζητήσεις τους για χάρη της εμπορικής και της κριτικής αποδοχής, είναι οι μόνοι κλασικοί εκπρόσωποι του είδους που κατάφεραν όχι μόνο να γνωρίσουν τεράστια επιτυχία αλλά και να διατηρηθούν ενεργοί και στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας μέχρι τις μέρες μας. Το συγκρότημα δημιουργήθηκε το 1968 από τον τραγουδιστή Jon Anderson και τον μπασίστα Chris Squire και στη διάρκεια της τριάντα εξάχρονης διαδρομής τους έγινα πολλές αλλαγές στη σύνθεσή του. Η πιο λαμπρή όμως περίοδός τους ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1971 όταν τους Anderson και Squire πλαισίωσαν ο ντράμερ Bill Bruford, ο κιθαρίστας Steve Howe και ο άρτι αφιχθείς Rick Wakeman. Έπειτα από πέντε έβγαλαν τον τέταρτο και καθοριστικό για τη μετέπειτα πορεία τους δίσκο, το «Fragile», που πρόσφατα κυκλοφόρησε και σε μια πλούσια έκδοση DVD-Audio με κρυστάλλινο ήχο και μια αποκαλυπτική πολυκάναλη μείξη που ταιριάζει απόλυτα σε αυτό το τόσο ιδιαίτερο ηχητικό τους τοπίο.
Πειραματικό, πολυδιάστατο ενορχηστρωτικά, αλλά συνάμα και εξαιρετικά μελωδικό, το «Fragile» είναι ένα από τα ελάχιστα DVD-Audio που ξεκινά αυτόματα με την είσοδο του δίσκου στη συσκευή μας. Έτσι οι αρμονικές της ακουστικής κιθάρας του Howe μάς εισαγάγουν χωρίς καθυστέρηση στο «Roundabout» που προλαβαίνει μέσα σε οκτώ λεπτά να μας παραθέσει με θαυμαστή λεπτομέρεια και παραστατικότητα μια μικρή σύνοψη της καλλιτεχνικής ταυτότητας των Yes. Τη σκυτάλη παίρνουν πέντε σχετικά σύντομες συνθέσεις όπου το κάθε μέλος του συγκροτήματος αναλαμβάνει διαδοχικά το πρωταγωνιστικό ρόλο, επιδεικνύοντας τις συνθετικές και τις εκτελεστικές του δεινότητες, ενώ ο δίσκος κλείνει με τις συνεχείς αλλαγές του πολύπλοκου και δυναμικού «Heart of the Sunrise». Ενδιάμεσα θα βρούμε και το τρίλεπτο ποπ «Long Distance Runaround» με το ογκώδες μπάσο του Squire να γεμίζει όλο το χώρο ακρόασης και τις κιθάρες του Howe να κυριαρχούν στα πίσω κανάλια. Στο DVD-Audio υπάρχει και το «America» του Paul Simon σε μια δεκάλεπτη διασκευή με εντυπωσιακούς αυτοσχεδιασμούς από τους Wakeman και Bruford. Υποβοηθούμενο από τη μεγάλη επιτυχία του «Roundaround», το «Fragile» αποδείχθηκε ο δίσκος που καθιέρωσε τους Yes. Μάλιστα, μαζί με το «Close to the Edge», που βγήκε το Σεπτέμβριο του 1972, αποτελεί τη δυάδα των πιο αντιπροσωπευτικών έργων τόσο της συνολικής τους καριέρας όσο και του progressive rock γενικότερα.